Δευτέρα 15 Αυγούστου 2011

15 Αυγούστου 1940, Τορπιλισμός της Έλλης στην Τήνο



Ο τορπιλισμός της «Έλλης» το καλοκαίρι του 1940, προανάκρουσμα της ιταλικής επίθεσης κατά της Ελλάδας, υπήρξε χαρακτηριστικό επεισόδιο ενός «βρώμικου πολέμου», όπως αποτυπώθηκε στις πηγές της εποχής.
 
 

γράφει ο Μάρκος Καρασαρίνης

Στις 15 Αυγούστου 1940 η προσοχή της Ευρώπης ήταν στραμμένη στον ουρανό του Λονδίνου. Οι εναέριες επιδρομές της Λουφτβάφε, πρόδρομος μιας αναμενόμενης απόβασης του γερμανικού στρατού, βρίσκονταν ήδη στην έκτη ημέρα. Τα χρονικά περιθώρια για έναν επιτυχημένο διάπλου της Μάγχης πριν από τις χειμερινές θαλασσοταραχές πίεζαν πλέον και η αναπάντεχα ισχυρή αντίσταση των βρετανικών σμηνών επέβαλε την άμεση καταστροφή αεροδρομίων και συναφών εγκαταστάσεων. Από τις 11.30 το πρωί ως τις 6.30 το απόγευμα 520 βομβαρδιστικά και 1.270 καταδιωκτικά επιδόθηκαν σε συνεχείς βομβαρδισμούς. Οι γερμανικές απώλειες ήταν 75 αεροσκάφη έναντι 34 βρετανικών. Στο τέλος της ημέρας τα πολεμικά ανακοινωθέντα των αντιπάλων φυσικά έδιναν διαμετρικά αντίθετες εκτιμήσεις για την πορεία της Μάχης της Αγγλίας. Ως είδηση, ο τορπιλισμός ενός ελληνικού καταδρομικού στο λιμάνι της Τήνου από άγνωστο υποβρύχιο αποτελούσε μικρή υποσημείωση στο περιθώριο του Β' Παγκοσμίου Πολέμου.

«Το εύδρομον "Έλλη" έλαβε την διατάγήν να πλεύση εις Τήνον χάριν της θρησκευτικής εορτής της Θεοτόκου. Κατόπιν τούτου το πλοίον με κυβερνήτην τον πλοίαρχον κ. Χατζόπουλον απέπλευσε την νύκταν της Τετάρτης εκ Μήλου και έφθασεν εις Τήνον όπου και ηγκυροβόλησεν έξω του λιμενοβραχίονας. (...) Τα πλήθη των προσκυνητών και το σύνολον σχεδόν των κατοίκων της νήσου είχον συγκεντρωθή εις την προκυμαίαν και ανέμενον τη λιτανεία της θαυματουργού εικόνος, η οποία επρόκειτο να γίνη περί την 9.00 π.μ. Ολίγον όμως μετά την 8.30 π.μ., τρεις τρομακτικαί διαδοχικαί εκρήξεις εντός ολίγων λεπτών συνετάραξαν την ηρεμία του πλήθους. (...) Ολίγα λεπτά μετά το συμβάν των εκρήξεων, εθεάθησαν φλόγες και καπνοί καλύπτοντες το ελληνικόν πολεμικόν σκάφος. (...) Πλείστων οικιών και καταστημάτων της Τήνου οι υελοπίνακες εθραύσθησαν, τα δε νέφη του καπνού εκάλυψαν τον λιμένα και την πόλιν».

Το φύλλο του «Ελεύθερου Βήματος» με ημερομηνία Σάββατο 17 Αυγούστου και καθυστέρηση μίας ημέρας εξαιτίας της αργίας του Δεκαπενταύγουστου είναι ενδεικτικό για τον αντίκτυπο του γεγονότος στην ελληνική κοινή γνώμη: Εξαίρει την ψυχραιμία των προσκυνητών που παρακολούθησαν την καθιερωμένη λιτανεία με καθυστέρηση δύο ωρών, ανακοινώνει τη βαθιά συγκίνηση του προέδρου της κυβερνήσεως Ιωάννη Μεταξά, επαινεί την άμεση κίνηση διενέργειας εράνου για την αντικατάσταση του πολεμικού, διατρανώνει την πεποίθηση του ελληνικού λαού ότι «εφ' όσον δεν επιθυμεί να βλάψη κανέναν, παρά μόνον να υπερασπίση τα ιδικά του δίκαια, έχει τη βεβαιότητα ότι ταύτα θα παραμείνουν σεβαστά».
 

Τα όσα δεν αναφέρονταν ήταν ήδη γνωστά ή έγιναν γνωστά αργότερα. Το «άγνωστον υποβρύχιον, πλεύσαν εν καταδύσει», για παράδειγμα, αν και αποσιωπημένης εθνικότητας, δεν υπήρχε καμία αμφιβολία ότι ήταν ιταλικό: Η εξακρίβωση της προέλευσής του προήλθε από τα θραύσματα των τορπιλών που είχαν μεταφερθεί ήδη από τις 16 Αυγούστου στην Αθήνα. Η ιστορία του υπεύθυνου για την επίθεση σκάφους «Delfino» στον επίσημο δικτυακό τόπο του ιταλικού ναυτικού αναφέρει ότι η επιχείρηση διατάχθηκε από τον ιταλό γενικό διοικητή των Δωδεκανήσων Ντε Βέκι, κατ' εντολήν του ίδιου του Μουσολίνι. Ο αριθμός των απωλειών ήταν μεγαλύτερος από τις πρώτες αναφορές του Τύπου: Οι νεκροί έφτασαν τους 9, οι τραυματίες τους 29. Τέλος, η επίθεση σμήνους ιταλικών αεροπλάνων στα αντιτορπιλικά «Βασιλεύς Γεώργιος» και «Βασίλισσα Όλγα» την επαύριον της βύθισης της «Έλλης» αποσιωπήθηκε από τον ελληνικό Τύπο ώστε να μη δοθεί αφορμή μιας περαιτέρω έξαρσης των αισθημάτων της κοινής γνώμης, η οποία προεξοφλούσε την ιταλική ενοχή.

Οι βλέψεις κατά της Ελλάδας είχαν καταστεί σαφείς από νωρίς, ωστόσο η ιταλική επιθετικότητα πέρασε από πολλές φάσεις προτού καταλήξει στην κατασκευή προκλήσεων. Η αρχική πρόθεση του Μουσολίνι για εισβολή τον Αύγουστο του 1939, μετά την κατάληψη της Αλβανίας, εγκαταλείφθηκε στο πλαίσιο των ευρύτερων περιπλοκών που προκαλούσε η αυξανόμενη ένταση μεταξύ Γερμανίας και Πολωνίας. Όταν οι ναζί εισέβαλαν στην Πολωνία, την 1η Σεπτεμβρίου 1939, ο Μουσολίνι δήλωνε πια στον στρατηγό Αλφρέντο Γκρατσιάνι ότι «η Ελλάδα δεν είναι παρά ένα γυμνό κόκαλο, δεν αξίζει ούτε τη ζωή ενός Σαρδηνού γρεναδιέρου». Σύμφωνα με όσα γράψει ο Βρετανός ιστορικός Ιαν Κέρσοου στο βιβλίο του «Μοιραίες επιλογές. Δέκα αποφάσεις που άλλαξαν τον κόσμο, 1940-1941» (εκδ. Πατάκη), υπεύθυνος για τη νέα μεταστροφή του Ιταλού δικτάτορα το καλοκαίρι του 1940 ήταν ο υπουργός Εξωτερικών Γκαλεάτσο Τσιάνο. Επιθυμώντας να επεκτείνει την προσωπική του σφαίρα επιρροής, καθώς ήδη διοικούσε την Αλβανία περίπου ως προσωπικό φέουδο μέσω του υποτακτικού του Φραντσέσκο Τζακομόνι, εκμεταλλεύτηκε την αργοπορία της προετοιμαζόμενης ιταλικής επίθεσης κατά των Βρετανών στη Βόρεια Αφρική προκειμένου να πείσει τον Μουσολίνι ότι αν ήθελε να αντιπαραθέσει στις εντυπωσιακές νίκες του Χίτλερ σε Πολωνία, Νορβηγία και Γαλλία μια εύκολη κατάκτηση εντός του 1940 ο κατάλληλος στόχος ήταν η Ελλάδα. Ο στρατάρχης Μπαντόλιο αμφέβαλλε για την ετοιμότητα του στρατού σε περίπτωση φθινοπωρινής εκστρατείας, ο Ντούτσε όμως δήλωνε: «θα παραιτηθώ από Ιταλός αν κάποιος αντιδράσει στο να πολεμήσουμε τους Έλληνες».

Η υποβάθμιση του γεγονότος στα ελληνικά έντυπα αποτελούσε συνάρτηση των διαθέσεων της κυβέρνησης Μεταξά να αποφύγει διπλωματικές και στρατιωτικές περιπλοκές σε μια στιγμή που ο θρίαμβος των δυνάμεων του Άξονα στην Ευρώπη έμοιαζε βέβαιος. Ο απόηχος της ήττας της Γαλλίας και η διαίρεσή της από τους ναζί στην κατεχόμενη χώρα και στην ημιελεύθερη επικράτεια του Βισύ, οι διαπραγματεύσεις μεταξύ Ουγγαρίας, Ρουμανίας και Βουλγαρίας για νέες συνοριακές διευθετήσεις υπό γερμανική επιδιαιτησία, οι καθημερινές αεροπορικές επιδρομές κατά του Λονδίνου και άλλων βρετανικών πόλεων και η απόφαση των ΗΠΑ να παραχωρήσουν 50 αντιτορπιλικά στο αγγλικό ναυτικό δικαιολογούσαν την εξασθένηση της είδησης. Στο «Ελεύθερον Βήμα» από τις 19 Αυγούστου το θέμα του τορπιλισμού οπισθοχωρεί στην τέταρτη και τελευταία σελίδα της εφημερίδας, μαζί με τις συμπληρωματικές ειδήσεις της επικαιρότητας. Όταν ο μήνας φτάνει στο τέλος του το ζήτημα της «Έλλης» έχει περιοριστεί σε απλές αναφορές των εισφορών ατόμων, οργανισμών και συντεχνιών για τη ναυπήγηση νέου πολεμικού. Αντιθέτως, η εφημερίδα συνεχίζει να δημοσιεύει καθημερινά ένα δίστηλο στο οποίο καταγράφονται λεπτομερώς τα συγχαρητήρια τηλεγραφήματα προς τον «κ. Πρωθυπουργόν» Ιωάννη Μεταξά επί τη επετείω της 4ης Αυγούστου». «Κάτοικοι Χοροεπισκοπών Κερκύρας από πρωίας πανηγυρίζοντες εν εξάλλω ενθουσιασμώ (...) εκφράζουν την ευγνωμοσύνη των προς την εθνικήν Κυβέρνησιν δια την στιβαράν διακυβέρνησιν του Εθνους» υπογραμμίζεται στο φύλλο της 17ης Αυγούστου -το ίδιο που αναγγέλλει και την είδηση της καταβύθισης.
 

Για τον αμερικανικό Τύπο η απόδοση των ευθυνών δεν καλυπτόταν από πέπλο αοριστίας. Ο τίτλος του σχετικού άρθρου του περιοδικού «Life» στο τεύχος της 16ης Σεπτεμβρίου 1940 μπορεί να ήταν «Μυστηριώδης τορπίλη ανατινάζει ελληνικό καταδρομικό. Βρώμικος πόλεμος στα Βαλκάνια», ωστόσο το κείμενο φρόντιζε να αποσαφηνίσει τα δεδομένα: «Η μόνη λογική ερμηνεία που μπορεί να δώσει κανείς στο άσκοπο αυτό έγκλημα είναι ότι διαπράχθηκε από ιταλικό υποβρύχιο. Η Ιταλία θέλει να εξαναγκάσει την Ελλάδα να μπει στον πόλεμο». Αναλύοντας συνολικά το πλέγμα των ελληνοϊταλικών σχέσεων, το «Time» σε δημοσίευμα της 26ης Αυγούστου σημείωνε την απολογία του Ιταλού ναυτικού ακολούθου για τον βομβαρδισμό των δύο αντιτορπιλικών, απέδιδε γλαφυρά το κλίμα που επικρατούσε για τον Μεταξά στο εξωτερικό («δεν θα προέβαλλε αντίσταση σε μετριοπαθείς ιταλικές απαιτήσεις»), μετέδιδε όμως και την πληροφορία για τηλεφωνική επικοινωνία με τον Χίτλερ στην οποία ο έλληνας δικτάτορας είχε παίξει το χαρτί της συμμαχίας με την Τουρκία και της υπόσχεσής της περί εισόδου στον πόλεμο στο πλευρό της Ελλάδας σε περίπτωση επίθεσης εναντίον της. Η «Washington Post» με τη σειρά της καταδίκαζε επίσης τον τορπιλισμό της «Έλλης», παραθέτοντας και την επιχειρηματολογία του φασιστικού Τύπου: Επρόκειτο για άλλη μία περίπτωση βρετανικής προβοκάτσιας, όπως n βύθιση του βρετανικού ατμόπλοιου «Αθήνια» στις 3 Σεπτεμβρίου 1939. Στην πραγματικότητα, βέβαια, ο τορπιλισμός του «Αθήνια», εν πλω από τη Γλασκόβη στο Μόντρεαλ, με συνέπεια τον θάνατο 117 ατόμων ήταν έργο του γερμανικού υποβρυχίου U- 30, όπως είχε ήδη αποδειχθεί. Η άρνηση της ευθύνης, πάγια τακτική των κυβερνήσεων του Άξονα τους πρώτους μήνες του πολέμου, αποσκοπούσε σε καθαρά προπαγανδιστικά οφέλη: Επεδίωκαν να πείσουν την κοινή γνώμη των ουδέτερων χωρών ότι ήταν οι Σύμμαχοι, και όχι οι ίδιοι, που βύθιζαν αδιακρίτως επιβατηγά αδιαφορώντας για τους αμάχους.

Η Ελληνοϊταλική κρίση του Αυγούστου είχε άμεσες συνέπειες στο πολιτικό επίπεδο. Αν όχι σε σημείο πρακτικής ωφέλειας, οπωσδήποτε σε αυτό των διαθέσεων. Η απροσδόκητα σθεναρή στάση του Μεταξά, ο οποίος, σύμφωνα με τον Ιωάννη Κολιόπουλο στην «Ιστορία του Ελληνικού Έθνους» (εκδ. Εκδοτική Αθηνών), «διαβεβαίωσε την αγγλική κυβέρνηση ότι ήταν αποφασισμένος να αντισταθεί σε κάθε επιβουλή του Άξονα κατά της Ελλάδας και ότι προτιμούσε την καταστροφή της χώρας από την ταπείνωσή της», μετέβαλε την επιφυλακτική ως τότε βρετανική στάση ως προς την εκπλήρωση της εγγύησης της ανεξαρτησίας της χώρας που είχε αναλάβει το 1939. Ο συνδυασμός παρορμητικού χαρακτήρα, κλασικής παιδείας και ψυχρά υπολογιστικού νου του Γουίνστον Τσόρτσιλ τον οδήγησαν γρήγορα στην απόφαση για μελλοντική στήριξη της Ελλάδας. Ο βρετανός ιστορικός Μάικλ Μπέρλι γράφει στο πρόσφατο έργο του για τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο με τίτλο «Moral Combat» (εκδ. Harper Press) ότι σε αυτήν συνέβαλαν τόσο ο φόβος της πτώσης στα χέρια των Γερμανών όσο και η εκτίμηση ότι «οι ελληνικές ιστορίες ανδρείας θα συγκινούσαν τους μορφωμένους φιλέλληνες των ΗΠΑ» -από την οικονομική βοήθεια των οποίων η Μεγάλη Βρετανία εξαρτιόταν για τη συνέχιση του πολέμου. Παράλληλα, η ελληνική κοινή γνώμη αντιμετώπισε την ιταλική επιθετικότητα ως παραβίαση κάθε κανόνα δικαίου: Το ηθικό πλεονέκτημα που πρόσφερε η απρόκλητη επίθεση συνέβαλε σε μεγάλο βαθμό τόσο στην ωρίμαση της αίσθησης ότι η ακεραιότητα της χώρας ίσως απαιτούσε την υπεράσπισή της με τα όπλα όσο και στην αποδοχή του πολέμου με υψηλό φρόνημα τον Οκτώβριο του 1940.

Όσο για το ίδιο το καταδρομικό, έχοντας αποκτήσει στο μεταξύ εικόνα συμβόλου αντίστασης κατά του φασισμού, επανήλθε αργότερα στις τάξεις του πολεμικού ναυτικού, χωρίς ωστόσο να χρηματοδοτηθεί από την αυθόρμητη εισφορά των Ελλήνων πολιτών. Μετά το τέλος του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, στο πλαίσιο των αποζημιώσεων, το ιταλικό ναυτικό υποχρεώθηκε στην αντικατάσταση του. Τον Ιούνιο του 1951 ένα ελαφρύ καταδρομικό της κλάσης «Condottieri» αποδόθηκε στην Ελλάδα: Ο «Ευγένιος της Σαβοΐας» άλλαξε εθνικότητα και όνομα υπηρετώντας ως το 1965 ως «Έλλη».

κείμενο: ΒΗΜagazino, φωτογραφίες: in.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου