Τετάρτη, 5 Αυγούστου 2020

Audrey Munson, το πρώτο Supermodel της Αμερικής και η πρώτη γυμνή αστέρας του κινηματογράφου


Το όνομα της Όντρεϊ Μάνσον (Audrey Munson) ίσως να μην το ξέρετε, ίσως όμως να έχετε δει κάπου κάτι που της μοιάζει. Η φιγούρα της έχει αναπαραχθεί σε χαλκό, μπρούτζο και μάρμαρο σε όλη τη Νέα Υόρκη και σε όλη τη χώρα. Για παράδειγμα, στο Μισούρι και το Γουινσκόνσιν έχουν άγαλμα της στα πολιτειακά καπιτώλια.



Στη σύντομη ζωής της, το μοντέλο πόζαρε για περίπου 200 καλλιτέχνες (εδώ μια λίστα με πίνακες, αγάλματα, κ.ά. που είχε ποζάρει), κερδίζοντας ψευδώνυμα όπως "Μις Μανχάταν" και "Αμερικανική Αφροδίτη", μαζί με τη φήμη ως η πιο γνωστή μούσα της Αμερικής στις αρχές του 20ου αιώνα. Όμως, μετά από μια προσπάθεια σταδιοδρομίας στον κινηματογράφο, η Μάνσον αγωνίστηκε να ανακτήσει τη θέση της ανάμεσα στην ελίτ των καλλιτεχνών της Νέας Υόρκης.

Το ιδανικό κορίτσι χορωδιών
Η Audrey Marie Munson γεννήθηκε στις 8 Ιουνίου του 1891, στο Ρότσεστερ της Νέας Υόρκης. Ο πατέρας της, ο Edgar Munson, ήταν μεσίτης ακινήτων και η μητέρα της, η Kittie Mahoney, ήταν κόρη Ιρλανδών μεταναστών. Το ζευγάρι χώρισε όταν η Όντρεϊ ήταν μόλις 6 ετών, όταν η μητέρα της έμαθε ότι ο πατέρας της είχε εξωσυζυγική σχέση.

Μετά από το χωρισμό, μητέρα και κόρη ξεκίνησαν μια νέα ζωή στο Πρόβιντενς του Ρόουντ Άιλαντ. Η Kittie εργάστηκε σε οικοτροφείο και η Όντρεϊ πήγε σε καθολικό γυμνάσιο. Εκεί, υπό την εποπτεία των Aδελφών του Ελέους, η νεαρή Μάνσον έμαθε να τραγουδά και να παίζει πιάνο, βιολί, άρπα, μαντολίνο και κιθάρα.

Μέχρι το 1908, η 17χρονη Όντρεϊ είχε αρχίσει να παίζει σε μικρές παραστάσεις (όπως το μιούζικαλ Marrying Mary). Τον επόμενο χρόνο, μετεγκαταστάθηκαν με τη μητέρα της στη Νέα Υόρκη, έτσι ώστε η Όντρεϊ να μπορέσει να ακολουθήσει καριέρα στα θεάματα. Στις 31 Μαΐου του 1909, σε ηλικία 18 ετών, η Μάνσον πάτησε για πρώτη φορά στη σκηνή του Μπρόντγουεϊ, στο ρόλο ενός οδοιπόρου σε μια μουσική κωμωδία.

Την ίδια εποχή, ο διευθυντής του Μπρόντγουεϊ Florenz Ziegfeld, Jr. άρχισε να δίνει τις παραστάσεις The Ziegfeld Follies, μια σειρά από παραστάσεις με μεγάλες χορωδίες από ελκυστικές νέες γυναίκες που έγιναν γνωστές ως "Τα Κορίτσια του Ziegfeld". Αν και η Μάνσον δεν έπαιξε ποτέ σε καμία από τις επιθεωρήσεις του Ziegfeld, η ομορφιά της και τα μουσικά ταλέντα της την έκαναν ιδανική για την χορωδία οπότε εμφανίστηκε στις χορωδίες παρόμοιων παραγωγών.

Αν η Μάνσον είχε συνεχίσει σε αυτό το μονοπάτι, πιθανότατα το όνομά της θα είχε χαθεί όπως και πόσων άλλων εκατοντάδων κοριτσιών που είχαν ελπίδες για το Μπρόντγουεϊ και των οποίων η καριέρα εξασθενούσε όταν γερνούσαν. Όμως, μια τυχαία συνάντηση την οδήγησε σε μια δραστικά διαφορετική κατεύθυνση.

Από τις παραστάσεις στην πόζα

Η Munson σε φωτογραφία του Arnold Genthe το 1915

Στα τέλη του 1909, η Μάνσον ψώνιζε στην 5η Λεωφόρο μαζί με τη μητέρα της, όταν παρατήρησε έναν άντρα να την παρακολουθεί. Όταν του μίλησε, εκείνος την κάλεσε να ποζάρει στο φωτογραφικό του στούντιο.

"Δε μας άρεσε καθόλου η ιδέα", είπε αργότερα η Μάνσον σε συνέντευξη το 1913. "Αλλά όταν μάθαμε ότι ήταν ένας από τους καλύτερους φωτογράφους της πόλης, πήγα με τη μητέρα μου. Τράβηξε μερικές φωτογραφίες, είπε ότι είχα αντικέ κεφάλι και άρχισε να λέει στους φίλους του καλλιτέχνες για μένα".

Ο φωτογράφος ήταν ο Φέλιξ Μπένεντικτ Χερζόγκ (Felix Benedict Herzog), ο οποίος ήταν επίσης πετυχημένος ηλεκτρολόγος μηχανικός, δικηγόρος διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας και εφευρέτης. Αν και ο ρόλος του στην καριέρα της Μάνσον διήρκεσε μόνο μερικά χρόνια -πέθανε ξαφνικά τον Απρίλιο του 1912, μετά από επιπλοκές από εντερική χειρουργική επέμβαση- ήταν η αρχή της αλλαγής της καριέρας της.

Καθώς η Μάνσον πόζαρε για τον Χερζόγκ και τους συγχρόνους του, χρησιμοποίησε τις νέες της διασυνδέσεις για να βρει περισσότερη δουλειά. Αυτή η εργατικότητά της την οδήγησε στο στούντιο του γλύπτη Isidore Konti, που της ζήτησε να γίνει το μοντέλο για το πρώτο της γλυπτό, το Three Graces, που θα τοποθετούνταν στην κύρια αίθουσα χορού του Hotel Astor της Νέας Υόρκης.

Ήταν μια εξαιρετική ευκαιρία, αλλά τα πράγματα δεν ήταν απλά: Η Μάνσον έπρεπε να ποζάρει γυμνή.

Μέχρι την κορυφή

Three Graces, Isidore Konti

Αν και η Μάνσον ήταν ανοιχτή στην ιδέα, η πιο συντηρητική μητέρα της δίστασε. Όμως, αφού την συνόδευε επί τρεις μήνες -και ούσα ντυμένη η Μάνσον σαν μοντέλο- στον Konti, η Kittie έδωσε επιτέλους την συγκατάθεσή της ώστε η Όντρεϊ να μείνει γυμνή για χάρη της τέχνης.

Η Μάνσον έγινε γρήγορα ένα από τα πιο παραγωγικά μοντέλα της Νέας Υόρκης, ποζάροντας για συνολικά 200 καλλιτέχνες -κατ' εκτίμηση-, συμπεριλαμβανομένων φωτογράφων, εικονογράφων, ζωγράφων, γλυπτών, ακόμη και υφαντών ταπισερί. Όποιος έχει πάει στη Νέα Υόρκη, σίγουρα θα έχει δει αγάλματα με την εικόνα της -πολλές γειτονιές του Μανχάταν έχουν τουλάχιστον ένα, ενώ το Μητροπολιτικό Μουσείο Τέχνης στεγάζει 30. Οι Καρυάτιδες που στηρίζουν το ράφι του κεντρικού σαλονιού σε ένα από τα γιοτ του J.P. Morgan είναι αναπαραγωγή της εικόνας της, όπως και οι ταπετσαρίες στο αρχοντικό του George Vanderbilt. Μιας και ορισμένα από τα κομμάτια που είχε ποζάρει η Μάνσον ήταν ιδιωτικά, δεν είναι σαφές πού κατέληξαν -ή αν έχουν επιβιώσει μετά από διάφορες ανακαινίσεις και μετεγκαταστάσεις. Όσο για εκείνα που εξακολουθούν να προβάλλονται, ίσως το πιο εντυπωσιακό κομμάτι είναι το Civic Fame, ένα επιχρυσωμένο χάλκινο άγαλμα 25 ποδιών πάνω από το Δημοτικό Κτήριο του Μανχάταν που σχεδίασε ο Adolph Alexander Weinman το 1913. Είναι το δεύτερο μεγαλύτερο άγαλμα της Νέας Υόρκης, και επισκιάζεται μόνο από το Άγαλμα της Ελευθερίας.

Civic Fame, Adolph Alexander Weinman, Manhattan Municipal Building

Μια άλλη επιχρυσωμένη εκδοχή της Μάνσον -χάλκινο, αυτή τη φορά- διακοσμεί την κορυφή του Αμερικανικού Εθνικού Μνημείου Maine στο Columbus Circle στο Μανχάταν που τιμά τους 260 ναυτικούς που πέθαναν κατά τη διάρκεια της βύθισης του USS Maine το 1898 στην Αβάνα της Κούβας. Το άγαλμα παρουσιάζει την Κολούμπια -τη γυναικεία προσωποποίηση των ΗΠΑ- που ιππεύει ένα άρμα από θαλασσινά κοχύλια το οποίο έλκουν τρεις ιππόκαμπους. Ο γλύπτης Attilio Piccirilli χρησιμοποίησε μέταλλο από το βυθισμένο πλοίο στα κομμάτια του μνημείου, το οποίο περιλαμβάνει επίσης την πλώρη ενός πλοίου που προεξέχει πάνω από μια βρύση και μια πινακίδα που αναφέρει τα ονόματα των θυμάτων.

USS Maine National Monument, Attilio Piccirilli, New York's Columbus Circle

Η Μάνσον έχει αποθανατιστεί σε μάρμαρο έξω από το κύριο υποκατάστημα της Δημόσιας Βιβλιοθήκης της Νέας Υόρκης, το κτίριο Stephen A. Schwarzman. Το άγαλμα Beauty του Frederick MacMonnies απεικονίζει μια γυμνή Μάνσον που κοιτάζει προς τα πάνω ενώ γέρνει σε ένα άλογο.

Beauty, Frederick MacMonnies, New York Public Library

Στα μέσα του 1913, τα έργα στα οποία είχε ποζάρει η Μάνσον ήταν τόσο διαδεδομένα σε όλη την πόλη, που η New York Sun δημοσίευσε ένα θέμα με τίτλο "All New York Bows to the Real Miss Manhattan" (Όλη η Νέα Υόρκη υποκλίνεται στην αληθινή Μις Μανχάταν) στο τεύχος της 8ης Ιουνίου.

Ωστόσο, παρά τα εκατοντάδες έργα τέχνης στα οποία πόζαρε η Όντρεϊ, η αμοιβή της δεν ήταν ανάλογη. Εκείνη την εποχή, ένα μοντέλο -γυμνό ή όχι- πόζαρε για 50 σεντ την ώρα, κάτι που σημαίνει ότι η Μάνσον ζούσε μια μέτρια ζωή. "Ήταν αρκετά για να πληρώνουμε το ενοίκιο μας, τους λογαριασμούς και να αγοράζουμε μερικά ρούχα, μερικές φορές... Σχεδόν τίποτα για διασκέδαση", δήλωσε το 1921.

Μεταξύ των αμέτρητων ωρών που καθόταν, στεκόταν, ή ήταν ξαπλωμένη για τους διάφορους καλλιτέχνες, η Μάνσον ξεκίνησε σε μια άλλη βιομηχανία του θεάματος: τον κινηματογράφο.

Ένα κακό ξεκίνημα
Στις 18 Νοεμβρίου του 1915, η Thanhouser Company κυκλοφόρησε την ταινία του βωβού κινηματογράφου Inspiration και η Μάνσον έγινε η πρώτη Αμερικανίδα σταρ του κινηματογράφου που εμφανίστηκε γυμνή σε μια μη πορνογραφική ταινία. Βασισμένη στη ζωή της, το Inspiration αφηγείται την ιστορία ενός νεαρού κοριτσιού που το ανακάλυψε ένας γλύπτης στη Νέα Υόρκη που χρειαζόταν μια μούσα. Μάλιστα στην ταινία εμφανίζονται μερικά από τα αγάλματα που είχε ποζάρει η ίδια. Αν και η ταινία είχε επιτυχία, προκάλεσε συζητήσεις μεταξύ των θεατών για το γυμνό. Τοπικοί αξιωματούχοι συνέλαβαν έναν διευθυντή κινηματογράφου στο Όσινσινγκ της Νέας Υόρκης, επειδή πρόβαλε την "ακατάλληλη ταινία", ενώ το Συμβούλιο των Πολιτών της πόλης δημιούργησε μια επιτροπή λογοκρισίας για να αποτρέψει παρόμοιες καταστάσεις στο μέλλον.

Η Μάνσον ήταν χαρακτηριστικά απτόητη. Μαζί με τη μητέρα της μετακόμισαν στην Καλιφόρνια, όπου εμφανίστηκε ξανά γυμνή στην ταινία του 1916 "Purity". Και αυτή η ταινία είχε επιτυχία, αλλά σηματοδότησε την αρχή του τέλους της φήμης της Μάνσον. Η επόμενη ταινία της, το The Girl O ’Dreams, δεν κυκλοφόρησε ποτέ. Οι λόγοι είναι άγνωστοι, αλλά ο βιογράφος James Bone έχει υποθέσει ότι αυτό μπορεί να οφείλεται σε μια διαμάχη για τα δικαιώματα, χωρίς υπαιτιότητα της Μάνσον.

Προσπαθώντας να μην ξεφτίσει

Purity, 1916

Στα τέλη του 1916, μαζί με τη μητέρα της επέστρεψαν στη Νέα Υόρκη. Η Όντρεϊ πέρασε τα επόμενα δύο χρόνια εγκλωβισμένη στους κύκλους της υψηλής κοινωνίας της Νέας Υόρκης και του Νιούπορτ του Ρόουντ Άιλαντ -λέγεται ότι είχε σχέση με έναν κληρονόμο μιας ναυτιλιακής. Η μητέρα της ισχυρίστηκε ότι είχαν παντρευτεί, αν και δεν υπάρχει κανένα αρχείο.

Οποιαδήποτε συναισθήματα είχε η Μάνσον για τον υποτιθέμενο αγαπητός της, χάλασε στις αρχές του 1919. Τον Ιανουάριο, έστειλε μια παράξενη επιστολή στο Υπουργείο Εξωτερικών των ΗΠΑ, επιμένοντας ότι η σημαντική επένδυση της γερμανικής κυβέρνησης στην βιομηχανία του κινηματογράφου την εμπόδιζε να κλείσει ρόλους. Ανέφερε γνωστούς Γερμανοαμερικανούς ως συνωμότες σε αυτήν την πλοκή, υποστηρίζοντας ότι γινόταν διάκριση εναντίον της, επειδή κατάγονταν από Βρετανούς εποίκους.

Από τις αβάσιμες κατηγορίες της δεν προέκυψε τίποτα, αλλά τα υπονοούμενά της -και της μητέρας της- για "Γερμανούς" και "Γερμανο-Εβραίους" στην επιστολή συνεχίστηκαν και σε άλλη αλληλογραφία.

Τα πράγματα εξελίχτηκαν περαιτέρω τον Φεβρουάριο, όταν η Μάνσον και η μητέρα της ανακρίθηκαν για την δολοφονία της συζύγου του Dr. Walter K. Wilkins. Ο Τύπος ανέφερε ότι ο Wilkins, ο οποίος είχε μια πανσιόν όπου είχαν μείνει μητέρα και κόρη, είχε σχέση με μια "όμορφη νεαρή γυναίκα" -πολλοί υποθέτουν ότι ήταν η Όντρεϊ. Η ίδια αρνήθηκε οποιαδήποτε σχέση και εγγυήθηκε για το ποιόν της, αλλά η επίθεση της αρνητικής δημοσιότητας δεν βοήθησε την καριέρα της.

Το 1921, η Μάνσον προσπάθησε να ανακτήσει τον έλεγχο της φήμης της, λέγοντας την ιστορία της σε μια σειρά 20 άρθρων με τίτλο "The Queen of the Artists’ Studios" σε μια εφημερίδα της Νέας Υόρκης. Η σειρά είχε ως στόχο να τραβήξει δημοσιότητα για τη νέα της ταινία, το Heedless Moths, βασισμένη επίσης στη ζωή της. Όμως, οι παραγωγοί την χρησιμοποίησαν μόνο σε μερικές λήψεις, και έδωσαν το μεγαλύτερο μέρος του ρόλου της στη νεοφερμένη Jane Thomas -ακόμη μια περίπτωση όπου άλλοι επωφελήθηκαν από την εικόνα της Μάνσον.

Οι διαφημίσεις χρησιμοποίησαν το όνομα της Μάνσον για να αυξήσουν το ενδιαφέρον, αλλά η Jane Thomas έγινε το αστέρι της ταινίας

Λίγο αργότερα, η Μάνσον Munson ξεκίνησε μια ευρέως δημοσιευμένη αναζήτηση για τον "τέλειο άντρα". Όμως, είχε μεγαλώσει εκτιμώντας τη δική της Αγγλο-αμερικανική ομορφιά πάνω απ' όλα, και η ιδέα της ότι ο γάμος πρέπει να είναι "για το καλό της φυλής" αντικατοπτρίζει τις ευγονικές, ξενοφοβικές και αντισημιτικές της τάσεις. Αν και διάλεξε σύζυγο -τον Joseph J. Stevenson, έναν πιλότο του Α' Παγκοσμίου Πολέμου και εργολάβο από το Σικάγο- ποτέ δεν συνέχισαν τη σχέση τους.

Το 1922, η αποκαρδιωμένη και κακότυχη Μάνσον ζούσε με τη μητέρα της στη Νέα Υόρκη, βόρεια των Συρακουσών. Τον Μάιο του ίδιου έτους, σε ηλικία 28 ετών, το πρώην μοντέλο προσπάθησε να αυτοκτονήσει με δηλητήριο. Επιβίωσε, αλλά δεν προσπάθησε να επιστρέψει στο προσκήνιο.

Μια ήσυχη νέα ζωή


Για σχεδόν μια δεκαετία, ζούσε με τη μητέρα της στη Νέα Υόρκη, όπου επιδεινώθηκε περαιτέρω η ψυχική της υγεία. Το 1931, επικαλούμενη την κατάθλιψη, τις ψευδαισθήσεις, τις παραισθήσεις και πολλά άλλα, η Kittie έδωσε την κόρη της σε ένα άσυλο.

Λίγο μετά τα 40 της, ο Όντρεϊ μεταφέρθηκε σε κρατικό νοσοκομείο στη Νέα Υόρκη. Εκτός από ένα σύντομο χρονικό διάστημα σε ένα γηροκομείο, παρέμεινε στο νοσοκομείο για τα επόμενα 65 χρόνια και ο θάνατος της μητέρας της το 1958 σηματοδότησε την έναρξη μιας περιόδου 26 ετών χωρίς επισκέπτες. Το 1984, η κόρη του ετεροθαλή αδελφού της, Darlene Bradley, την εντόπισε και ζήτησε από τον πατέρα της να δει ξανά την χαμένη αδελφή του. Η Bradley της επισκέπτονταν τακτικα, έως ότου, στις 20 Φεβρουαρίου του 1996, σε ηλικία 104 ετών, η θεία της πέθανε.

Η Μάνσον αποτεφρώθηκε και οι στάχτες της τοποθετήθηκαν στον τάφο του πατέρα της στο Νεκροταφείο του Νιου Χέιβεν στη Νέα Υόρκη. Στην ταφόπλακα έγραφε τον Edgar Munson, τη δεύτερη σύζυγό του, Cora, και την κόρη τους, Vivian. Αλλά για 20 χρόνια, δεν υπήρχε καμία αναφορά ότι εκεί βρισκόταν και η πρώην αστέρας.

Το 2016, μια υπάλληλος του δήμου και η ιστορικός της πόλης αποφάσισαν ότι είχε έρθει η ώρα να τιμηθεί η κληρονομιά της Μάνσον με τη δική της ταφόπλακα. Επειδή, για αυτόν τον σκοπό, δεν μπόρεσαν να διαθέσουν πόρους του δήμου, κέρδισαν πολλούς διαγωνισμούς στην κομητεία. Οι δύο τους ξόδεψαν τα βραβεία τους σε μια απλή, κομψή ταφόπλακα, χαραγμένη με λουλούδια και τις λέξεις "Actress & Model".

από: mental floss

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου