Τετάρτη, 5 Ιουνίου 2019

Η εκπληκτική αληθινή ιστορία του Χιού Γκλας στην ταινία "The Revenant"

Η αφίσα της ταινίας The Revenant - πηγή

Ο Αμερικανός συνοριοφύλακας, κυνηγός γούνας, έμπορος και ένας εξερευνητής Χιού Γκλας πέρασε έξι εβδομάδες περπατώντας πάνω από 200 μίλια μέχρι να γυρίσει στο στρατόπεδο του, και αφού τον είχε κακοποιήσει μια αρκούδα. Η κυνηγετική ομάδα του νόμιζε ότι ήταν νεκρός. Μετά, ξεκίνησε την εκδίκησή του.



Οι δύο άνδρες που τους είχε ανατεθεί να προσέχουν τον Γκλας ήξεραν ότι δεν υπήρχε καμία ελπίδα. Αφού αντιμετώπισε την επίθεση μιας αρκούδας με το ένα χέρι -κανείς δεν περίμενε ότι θα αντέξει πάνω από πέντε λεπτά- έμεινε μόνος του επί πέντε μέρες. Είχαν κάνει λάθος. Ήταν ξαπλωμένος στις όχθες του Γκραντ Ρίβερ και εξακολουθούσε να αναπνέει. Εκτός από την ανάσα του, η μόνη άλλη ορατή κίνηση που μπορούσαν να δουν οι άνδρες, ήταν στα μάτια του Γκλας. Περιστασιακά κοιτούσε τριγύρω, αν και δεν μπορούσαν να ξέρουν αν τους αναγνώριζε ή αν χρειαζόταν κάτι. Ενώ βρισκόταν εκεί, πεθαίνοντας, οι άνδρες έγιναν όλο και πιο παρανοϊκοί, γνωρίζοντας ότι είχαν καταπατήσει την γη των Ινδιάνων Arikara. Δεν ήθελαν να διακινδυνεύσουν τη ζωή τους για κάποιον που αργοπέθαινε. Τελικά, φοβούμενοι για την ζωή τους, τον άφησαν να πεθάνει. Του πήραν το όπλο του, το μαχαίρι του και το τσεκούρι του -άλλωστε, ένας νεκρός δεν χρειάζεται όπλα.

Όμως, ο Γκλας δεν ήταν ακόμα νεκρός. Και δε θα πέθαινε για αρκετό καιρό μετά.

Εικονογράφηση που απεικονίζει τον Γκλας ενώ δέχεται την επίθεση της αρκούδας - πηγή

Πολύ πριν τον αφήσουν μισοπεθαμένο, ο Χιού Γκλας ήταν ένας άνθρωπος που έπρεπε κάποιος να τον παίρνει σοβαρά υπόψη. Ήταν γόνος Ιρλανδούς μεταναστών στο Σκράντον της Πενσιλβανίας και έζησε μια σχετικά ήσυχη ζωή με τους γονείς του, πριν τους πιάσουν πειρατές στον Κόλπο του Μεξικού. Για δύο χρόνια ζούσε σαν πειρατής υπό τον Jean Lafitte, πριν δραπετεύσει στις ακτές του Γκάλβεστον στο Τέξας. Μόλις βρέθηκε εκεί, τον έπιασε η ινδιάνικη φυλή Pawnee, με την οποία έζησε αρκετά χρόνια και παντρεύτηκε μια γυναίκα της φυλής.

Το 1822, ο Γκλας έμαθε τα νέα για μια επιχείρηση εμπορίας γούνας που ζητούσε 100 άνδρες να "ανέβουν τον ποταμό Μισούρι" και να έρθουν σε επαφή με τις τοπικές Ινδιάνικες φυλές. Γνωστή ως "οι εκατό του Άσλι" -πήρε το όνομά της από τον διοικητή τους, τον στρατηγό Ουίλιαμ Χένρυ Άσλι-, οι άνδρες ανέβηκαν ως τον ποταμό και αργότερα κινήθηκαν προς τα δυτικά για να συνεχίσουν τις συναλλαγές τους. Η ομάδα έφτασε χωρίς προβλήματα στο οχυρό Kiowa στη Νότια Ντακότα. Εκεί, η ομάδα χωρίστηκε, με τον Γκλας και αρκετούς άλλους να ξεκινούν προς τα δυτικά για να βρουν τον ποταμό Γελοουστόουν. Σε αυτό το ταξίδι ο Γκλας θα είχε τη συνάντηση με την αρκούδα.

Ενώ έψαχνε για θήραμα, ο Γκλας κατάφερε να διαχωριστεί από την ομάδα του και, κατά λάθος, ξάφνιασε μια αρκούδα γκρίζλι και τα δύο μικρά της. Η αρκούδα του επιτέθηκε πριν αυτός μπορέσει να κάνει ο,τιδήποτε, κομματιάζοντάς του τα χέρια και το στήθος. Κατά τη διάρκεια της επίθεσης, η αρκούδα τον σήκωσε και τον πέταξε επανειλημμένα, γδέρνοντας και δαγκώνοντας κάθε κομμάτι του. Τελικά -και ως δια μαγείας-, ο Γκλας κατάφερε να σκοτώσει την αρκούδα χρησιμοποιώντας τα εργαλεία που είχε πάνω του και αργότερα με λίγη βοήθεια από την ομάδα του. Αν και είχε θριαμβεύσει, ο Γκλας ήταν σε τρομερή κατάσταση μετά την επίθεση. Στα λίγα λεπτά που η αρκούδα είχε το πάνω χέρι, τον είχε κακοποιήσει σοβαρά, αφήνοντάς τον μέσα στα αίματα και μελανιασμένο. Κανένας στην ομάδα του δεν περίμενε ότι θα επιβιώσει, αλλά τον έδεσαν σε ένα αυτοσχέδιο φορείο και τον κουβάλησαν μαζί τους. Σύντομα, όμως, συνειδητοποίησαν ότι το πρόσθετο βάρος τους επιβράδυνε -σε μια περιοχή που ήθελαν πάρα πολύ να περάσουν όσο το δυνατόν γρηγορότερα.

Μνημείο στον ποταμό Γκραντ Ρίβερ προς τιμή του Χιού Γκλας - πηγή

Πλησίαζαν την επικράτεια των Ινδιάνων Arikara, οι οποίοι είχαν εκδηλώσει την εχθρότητά τους εναντίον των Εκατό του Άσλι ξανά στο παρελθόν, συμμετέχοντας ακόμα και σε θανατηφόρες μάχες με αρκετούς άντρες. Ο ίδιος ο Γκλας είχε τραυματιστεί σε μια από αυτές τις μάχες. Η ομάδα δεν ήταν πρόθυμη να δώσει ακόμα μια μάχη. Τελικά, η ομάδα αναγκάστηκε να χωριστεί. Οι περισσότεροι από τους ικανούς άνδρες ταξίδεψαν προς το οχυρό, ενώ ένας άντρας ονόματι Φίτζερανλντ και ένα ακόμη νεαρό αγόρι παρέμειναν με τον Γκλας. Είχαν διαταχθεί να τον προσέχουν και να τον θάψουν μόλις πεθάνει, έτσι ώστε να μην τον βρουν οι Arikara. Σύντομα όμως, εκείνο τον εγκατέλειψαν και τον άφησαν να επιβιώσει αβοήθητο, χωρίς ούτε καν ένα μαχαίρι.

Μόνος του πλέον, ο Γκλας ανέκτησε τη συνείδηση του, αλλά με κακοφορμισμένα τραύματα, σπασμένο πόδι και τραύματα από τα οποία φαινόταν τα πλευρά του. Με βάση τις γνώσεις του για το περιβάλλον του, πίστευε ότι ήταν περίπου 320 χλμ μακριά από το οχυρό Kiowa. Αφού έφτιαξε το πόδι του μόνος του και τυλίχτηκε σε μια γούνα αρκούδα που είχαν αφήσει οι άλλοι δίπλα του, άρχισε την επιστροφή στο οχυρό, οδηγούμενος από την ανάγκη του να πάρει εκδίκηση από τον Φίτζερανλντ.

Στην αρχή σερνόταν, αλλά μετά, σιγά-σιγά, άρχισε να περπατάει. Έτρωγε ό,τι μπορούσε να βρει, κυρίως μούρα, ρίζες και έντομα. Περιστασιακά όμως έβρισκε και κουφάρια βουβαλιών που είχαν ρημαχτεί από τους λύκους. Σχεδόν στα μισά της διαδρομής του, έπεσε πάνω σε μια φυλή Ινδιάνων Λακότα, που ήταν φιλική προς τους εμπόρους γούνας. Εκεί, κατάφερε να διαπραγματευτεί το υπόλοιπο του ταξιδιού του με μια δερμάτινη βάρκα.

Πολεμιστής της φυλής Arikara

Μετά από έξι εβδομάδες ταξιδιού περίπου 250 μιλίων στον ποταμό, ο Γκλας κατάφερε να βρει τους Εκατό του Άσλι. Δεν βρισκόντουσαν στο αρχικό οχυρό όπως πίστευε, αλλά στο οχυρό Atkinson, ένα νέο στρατόπεδο στο στόμιο του ποταμού Μπίγκχορν. Μόλις έφτασε, κατατάχθηκε ξανά στους Εκατό του Άσλι, ελπίζοντας να βρει τον Φίτζερανλντ. Και τα κατάφερε αφού ταξίδεψε στη Νεμπράσκα όπου άκουσε ότι βρισκόταν ο Φίτζερανλντ.

Σύμφωνα με αναφορές συναδέλφων του, μόλις συναντήθηκαν οι δυο τους, ο Γκλας χάρισε τη ζωή στον Φίτζερανλντ, γιατί διαφορετικά θα τον σκότωνε ένας λοχαγός του του στρατού επειδή θα είχε σκοτώσει έναν άλλο στρατιώτη. Ο Φίτζερανλντ, για να τον ευχαριστήσει, του επέστρεψε το τουφέκι που του είχε πάρει όταν τον άφησε μισοπεθαμένο. Ο Γκλας του έδωσε μια υπόσχεση: αν ποτέ ο Φίτζερανλντ εγκατέλειπε το στρατό, εκείνος θα τον σκότωνε.

Απ' όσα είναι γνωστά, ο Φίτζερανλντ παρέμεινε στρατιώτης μέχρι την ημέρα που πέθανε.

Όσο για τον Γκλας, παρέμεινε μέλος των Εκατό Άσλι για τα επόμενα δέκα χρόνια. Ξεφύγει ακόμη δύο φορές από τους φοβερούς Arikara και ακόμη μια φορά που βρέθηκε μόνος του όταν χωρίστηκε από την ομάδα του κατά τη διάρκεια μιας επίθεσης. Όμως, το 1833, ο Γκλας βρήκε το τέλος που τόσα χρόνια ξέφευγε. Κατά τη διάρκεια ενός ταξιδιού κατά μήκος του ποταμού Γελοουστόουν με δύο συνεργάτες του, του επιτέθηκαν για ακόμη Ινδιάνοι Arikara. Αυτή τη φορά, δεν ήταν τόσο τυχερός.

Η αφίσα της ταινίας Man in the Wilderness - πηγή

Η επική ιστορία του Γκλας ήταν τόσο απίστευτη που τράβηξε την προσοχή του Χόλιγουντ. Αρχικά, το 1971 γυρίστηκε η ταινία "Man in the Wilderness" με τον Ρίτσαρντ Χάρις και έπειτα, το 2015, η βραβευμένη με Όσκαρ ταινία The Revenant (Η Επιστροφή) με τους Λεονάρντο Ντι Κάπριο και Τομ Χάρντι.

Σήμερα, κατά μήκος της νότιας ακτής του Γκραντ Ρίβερ, βρίσκεται ένα μνημείο, κοντά στο σημείο της διάσημης επίθεσης στον Γκλας, υπενθυμίζοντας σε όλους όσους περνούν από εκεί τον άνθρωπο που σκότωσε μια αρκούδα και έζησε για να πει την ιστορία.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου