Πέμπτη, 12 Νοεμβρίου 2020

Το άλυτο μυστήριο των φόνων της λίμνης Bodom στην Φινλανδία


Η χειρότερη νύχτα στη ζωή του Nils Wilhelm Gustafsson είναι αυτή που δεν τη θυμάται καν.



Στις 4 Ιουνίου του 1960, ο τότε 18χρονος Gustafsson ξεκίνησε με τους φίλους του να πάνε για κάμπινγκ κοντά στην πόλη Εσπού στη νότια Φινλανδία. Η ομάδα αποτελούνταν από τον Seppo Antero Boisman, τη φίλη του Anja Tuulikki Maki και τη φίλη του Gustafsson, Maila Irmeli Bjorklund. Οι έφηβοι έστησαν μια σκηνή στις όχθες της λίμνης Bodom και ξεκίνησαν να πίνουν. Αργότερα, μπήκαν στη σκηνή να ξεκουραστούν.


Το επόμενο πρωί, δύο αγόρια που ήθελαν να παρατηρήσουν πουλιά στο κάμπινγκ και έκαναν περίπατο, παρατήρησαν τη σκηνή των εφήβων. Δεν ήταν αρκετά κοντά για να δουν πολλές λεπτομέρειες, αλλά ήταν ξεκάθαρο ότι η σκηνή ήταν σκισμένη. Σε κοντινή απόσταση, φαινόταν ένας άντρας με ξανθά μαλλιά να απομακρύνεται από την κάμπινγκ.

Τα αγόρια συνέχισαν, χωρίς να πολυσκαφτούν ό,τι είδαν. Αργότερα το πρωί, ένας ντόπιος πέρασε από τη σκηνή και ήταν τόσο κοντά που είδε ένα συγκλονιστικό θέαμα. Έξω από τη σκηνή βρισκόταν ο Gustafsson και η Bjorklund, μέσα στα αίματα και κακοποιημένοι (σύμφωνα με κάποιους, ο Bjorklund ήταν εν μέρει χωμένος μέσα στο ύφασμα της σκηνής). Οι αρχές βρήκαν τον Boisman και την Maki στο εσωτερικό της σκηνής. Τα σώματά τους είχαν μαχαιριές και τραυματισμούς που έμοιαζαν σαν από ρόπαλο. Η Bjorklund, ο Boisman και η Maki ήταν νεκροί. Μόνο ο Gustafsson είχε επιβιώσει από οποιαδήποτε επίθεση είχε συμβεί. Όταν η αστυνομία τον ρώτησε για το τι συνέβη, μπορούσε να πει μόνο ότι εμφανίστηκε μια σκοτεινή, μαυροφορεμένη φιγούρα, με έντονα κόκκινα μάτια, που τους επιτέθηκε βάναυσα.

Πέρασαν χρόνια, αλλά η αστυνομία δεν μπόρεσε να συγκεντρώσει καμία επιπλέον λεπτομέρεια από τον μοναδικό επιζώντα της επίθεσης. Ήταν τόσο εντυπωσιακή υπόθεση που έγινε ευρέως γνωστή στους κατοίκους της Φινλανδίας. Όλοι ήξεραν για τις δολοφονίες στη λίμνη Bodom και ότι οι αρχές δεν μπόρεσαν να εντοπίσουν τον δράστη. Προειδοποιούσαν τα παιδιά να μην βγαίνουν έξω το βράδυ γιατί ίσως παραμόνευε ο δολοφόνος.

Όλα αυτά άλλαξαν τον Μάρτιο του 2004. Μετά από σχεδόν μισό αιώνα, τα αποδεικτικά στοιχεία του DNA έκαναν τους εισαγγελείς να καλέσουν έναν ύποπτο που ισχυρίστηκαν ότι είχε κίνητρο να διαπράξει τις δολοφονίες. Η υπόθεση είχε τη στήριξη της εγκληματολογικής επιστήμης, που το 1960 δεν ήταν διαθέσιμη στους ανακριτές.

Ύποπτος ήταν ο Nils Gustafsson.

Η σκηνή διερευνήθηκε αμέσως μετά τις δολοφονίες - πηγή

Την εποχή των φόνων, οι ερευνητές δεν είχαν υποψιαστεί τον Gustafsson. Όταν η αστυνομία έφτασε στη σκηνή του εγκλήματος, ήταν σε κακή κατάσταση, με σπασμένη γνάθο, μώλωπες και διάσειση. Δεν μπορούσε να θυμηθεί τίποτα άλλο πέρα από μια υπερφυσική φιγούρα, που φαινόταν να εμφανίστηκε από το πουθενά.

Η αστυνομία προσπάθησε να συγκεντρώσει όσα είχαν συμβεί με βάση τα φυσικά στοιχεία. Στις 4 Ιουνίου, η ομάδα έφτασε με μοτοσυκλέτες στο κάμπινγκ κοντά στη λίμνη Bodom, ένα δημοφιλές σημείο για κατασκήνωση και ψάρεμα που βρίσκεται περίπου 14 μίλια από το Ελσίνκι. Οι μηχανές ήταν ακόμα εκεί όταν έφθασαν οι αρχές, αλλά τα κλειδιά έλειπαν. Επίσης, τα παπούτσια του Gustafsson θεωρήθηκαν χαμένα, μέχρι που οι ερευνητές τα βρήκαν περίπου μισό μίλι από το κάμπινγκ. Δεν βρέθηκε κανένα όπλο στη σκηνή του εγκλήματος.

Η πιο περίεργη παρατήρηση ήταν πώς ο δολοφόνος ξεκίνησε την επίθεση. Οι έφηβοι, φαινομενικά, είχαν μαχαιρωθεί και χτυπηθεί ενώ ήταν ακόμα μέσα στη σκηνή, με τον δολοφόνο να έχει μπει μέσα για να τους μαχαιρώσει. Ο Gustafsson βρέθηκε πάνω από την σκηνή. Σύμφωνα με κάποια εκδοχή των γεγονότων, έτσι βρέθηκε και η Bjorklund, που σημαίνει ότι είτε είχε βγει από τη σκηνή ή το σώμα της μετακινήθηκε κάποια στιγμή μεταξύ της επίθεσης και της ώρας που έφτασε η αστυνομία.

Η σκηνή ήταν πολύ μυστήρια. Όμως, οι ερευνητές έκαναν τη δουλειά τους ακόμα πιο δύσκολη παραλείποντας να εξασφαλίσουν εντελώς την περιοχή και καλώντας και άλλους ώστε να ψάξουν για ενδείξεις. Η βοήθειά τους σήμαινε ότι η σκηνή του εγκλήματος διαταράχτηκε, καθιστώντας δύσκολη την αξιολόγηση των αποτυπωμάτων ή άλλων στοιχείων.


Με λίγα φυσικά στοιχεία, οι πιθανότητες να βρεθεί κάτι ήταν ελάχιστες. Δεν έγιναν συλλήψεις και απλά εμφανίστηκαν μερικοί ύποπτοι τα επόμενα χρόνια. Ένας από αυτούς ήταν ο Karl Valdemar Gyllström, ο οποίος είχε ένα περίπτερο στην περιοχή του κάμπινγκ και φημολογούνταν ως εξαιρετικά εξαγριωμένος άνθρωπος και ο οποίος συχνά είχε θέματα με τους κατασκηνωτές, πιθανώς λόγω του θορύβου. Ο Gyllström λέγεται ότι έκοβε τα πασαλάκια από τις σκηνές και έριχνε πέτρες σε επισκέπτες αν ήταν σε μια ιδιαίτερα άσχημη διάθεση. Στον μύθο που περιέβαλε το έγκλημα, πολλοί έλεγαν ότι ο Gyllström πήγε στη σκηνή και επιτέθηκε βάναυσα την ομάδα των εφήβων.

Η θεωρία απέκτησε μια βάση όταν ο Gyllström αυτοκτόνησε το 1969. Πριν πεθάνει, εξομολογήθηκε τις δολοφονίες. Όμως, η αστυνομία δήλωσε ότι ο Gyllström δε θα μπορούσε να διαπράξει το έγκλημα. Σύμφωνα με τη σύζυγό του, οι δυο τους ήταν στο κρεβάτι τη νύχτα της επίθεσης (αν και κάποιοι υποστηρίζουν ότι ήταν ένα εξαναγκασμένο άλλοθι). Η ομολογία ήταν φανερά ψευδής, αν και δεν είναι σαφές τι μπορεί να έχει ωθήσει τον Gyllström να αναλάβει την ευθύνη για τις δολοφονίες.

Η αστυνομία είχε και άλλους λόγους. Υπήρχε και ο Pauli Luoma, ο οποίος λέγεται ότι βρισκόταν κοντά στο κάμπινγκ, αλλά το άλλοθί του -ήταν σε μια άλλη πόλη εκείνη τη νύχτα- επιβεβαιώθηκε. Ο Pentti Soinenen ήταν ένας απατεώνας που ομολόγησε τις δολοφονίες ενώ κρατούνταν στη φυλακή με άλλες κατηγορίες. Λίγα όμως τον συνέδεαν με το έγκλημα, και η αστυνομία δεν το θεώρησε τίποτα περισσότερο από απλό κομπασμό στη φυλακή.

Ένας άλλος ύποπτος, που για κακή του τύχη λεγόταν Hans Assmann, είχε περισσότερους λόγους να φαίνεται ύποπτος. Ένας γιατρός, ο Jorma Palo, επέμενε ότι κάποια στιγμή μετά από τις δολοφονίες, ο Assmann είχε πάει στο νοσοκομείο του Ελσίνκι με βρωμιές κάτω από τα νύχια του και αίμα στα ρούχα του. Οι αναφορές για το έγκλημα δεν διευκρινίζουν γιατί ήθελε βοήθεια. Όμως, όταν η αστυνομία τον έψαξε, βρήκαν ότι ο Assmann είχε ένα αξιόπιστο άλλοθι.

Κανείς, όπως φαίνεται, δεν μπορούσε να τοποθετηθεί στη σκηνή. Κανείς άλλος από τον άνθρωπο που είχε καταφέρει να βγει ζωντανός.

Για δεκαετίες, το μυστήριο της λίμνης Bodom παρέμενε άλυτο. Εν τω μεταξύ, στη δεκαετία του 1980 άρχισαν οι έλεγχοι DNA ώστε να εξεταστούν, τόσο οι τρέχουσες, όσο και οι παλαιότερες υποθέσεις. Ωστόσο, στην Φινλανδία, το μοναδικό εργαστήριο, που έπρεπε να εξυπηρετεί ολόκληρη τη χώρα, δεν μπορούσε να ασχοληθεί με παλιές έρευνες. Οι δολοφονίες στη λίμνη Bodom δεν επανεξετάστηκαν μέχρι το 2004, όταν μια νέα ματιά στα παπούτσια του Gustafsson έγινε το επίκεντρο ενός νέου γύρου κατηγοριών.


Οι εγκληματολογικοί επιστήμονες του εργαστηρίου της χώρας εξέτασαν τα παπούτσια και βρήκαν αίμα από τα θύματα. Αξιοσημείωτο είναι ότι στα παπούτσια δεν βρέθηκε καθόλου αίμα από τον ίδιο τον Gustafsson. Πώς θα μπορούσε να του έχουν επιτεθεί μαζί με τους άλλους, αλλά υπήρχε μόνο το DNA τους στα παπούτσια του; Οι αρχές σκέφτηκαν ότι αυτός είχε κάνει τις επιθέσεις, έπειτα πέταξε τα παπούτσια του με κάποιο τρόπο και αυτοτραυματίστηκε για να φανεί ότι το είχε κάνει κάποιος άλλος.

Οι ερευνητές υποστήριζαν ότι ο Gustafsson ίσως αναγκάστηκε να δολοφονήσει τους άλλους τρεις λόγω κάποιας ζήλια. Πράγματι, κάποιος μάρτυρας που ήταν σε μια κοντινή σκηνή το απόγευμα των δολοφονιών ανέφερε στο δικαστήριο ότι είδε τον Gustafsson και τον Boisman να διαπληκτίζονται και ο Gustafsson φαινόταν μεθυσμένος. Ίσως, σκέφτηκαν οι ερευνητές, η Bjorklund τον είχε απορρίψει. Ή, ίσως ο Gustafsson πίστευε ότι ο Boisman της την έπεφτε. Αυτό θα εξηγούσε γιατί η Bjorklund φαινόταν να έχει μαχαιρωθεί και να χτυπηθεί πιο πολύ από τους άλλους. Η αστυνομία πίστευε ότι είχαν διώξει τον Gustafsson από τη σκηνή, πιθανώς μετά από μια πάλη με τον Boisman, που τον άφησε με σπασμένο σαγόνι. Έπειτα, όπως λέει η θεωρία, άρχισε να μαχαιρώνει τη σκηνή μέχρι που οι φίλοι του πέθαναν.

Ο εισαγγελέας της περιφέρειας στο Εσπού πίστεψε την ιστορία και άσκησε κατηγορίες εναντίον του Gustafsson. Αν καταδικαζόταν, θα περνούσε το υπόλοιπο της ζωής του στη φυλακή. Διαμαρτυρόμενη για την αθωότητά του, η δικηγόρος του ισχυρίστηκε ότι το αίμα του Gustafsson ήταν μέσα στη σκηνή και ότι με σπασμένο σαγόνι δε θα δολοφονούσε άγρια τρεις ανθρώπους. Η δικηγόρος επέκρινε επίσης την μαρτυρία του κατασκηνωτή μάρτυρα, ο οποίος είχε παραμείνει σιωπηλός όλα αυτά τα χρόνια και δεν μπόρεσε να θυμηθεί ορισμένα βασικά στοιχεία.

Κατά τη διάρκεια της δίκης του 2005, ένας αστυνομικός υποστήριξε ότι ο Gustafsson ήταν ειλικρινής μετά τη σύλληψή του και είπε, "Ότι είναι να γίνει, θα γίνει", προβλέποντας ότι θα καταδικαζόταν με 15ετή κάθειρξη για το έγκλημα. Όμως, ο Gustafsson το απέρριψε αυτό και επέμεινε στην ίδια ιστορία που έλεγε για δεκαετίες. Δεν μπόρεσε να θυμηθεί τίποτα άλλο πέρα από το ψάρεμα με τον Boisman και ότι δε μάλωσαν.

Το δικαστήριο έκρινε τελικά ότι δεν υπήρχαν επαρκή αποδεικτικά στοιχεία για να καταδικάσει ο Gustafsson, αναφέροντας ότι πέρασε πάρα πολύς χρόνος για να συγκεντρώσει μια ακριβή εικόνα του γεγονότος. Ο Gustafsson αφέθηκε ελεύθερος.


Έχοντας περάσει σχεδόν 60 χρόνια από τα γεγονότα του Ιουνίου του 1960, δεν φαίνεται να υπάρχουν απαντήσεις. Το έγκλημα εξακολουθεί να αποτελεί μέρος της φινλανδικής λαογραφίας. Ενέπνευσε ένα heavy metal συγκρότημα να ονομαστεί Children of Bodom, ενώ το ίδιο συγκρότημα έφτιαξε μια μπίρα με νερό από τη λίμνη. Το 2016, προβλήθηκε η φινλανδική ταινία τρόμου Bodom (διεθνής τίτλος Lake Bodom) η οποία έχει αντλήσει έμπνευση (αλλά δεν βασίζεται) στους φόνους. Στη Φινλανδία, κάποιοι προσπάθησαν να μετατρέψουν τον ισχυρισμό του Gustafsson ότι δεν θυμόταν τίποτα σε μια ακούσια ομολογία. Αν δεν μπορούσε να θυμηθεί τι συνέβη, πώς ήξερε ότι δεν το έκανε; Όμως, αυτή η λογική δεν ευσταθεί στα δικαστήρια.

Ένα άλλο ερώτημα είναι γιατί τα παπούτσια του Gustafsson ήταν τόσο μακριά από το κάμπινγκ. Αν τα έβγαλε για να κοιμηθεί, γιατί να μην τα αφήσει κοντά στη σκηνή; Και ποιος ήταν ο ξανθός άντρας που είδαν τα αγόρια να φεύγει από τη σκηνή; Ο Assmann ήταν όντως ξανθός, αλλά δεν είναι ξεκάθαρο τι χρώμα μαλλιών είχε ο Gustafsson τη στιγμή των επιθέσεων. Και αν ο Gustafsson είχε φτάσει σε σημείο να μαχαιρώσει τον ίδιο του τον εαυτό για να φανεί ότι επιτέθηκαν και σ' αυτόν, γιατί δεν υπήρχε κανένα ίχνος αίματος που θα οδηγούσε εκεί που ήταν κρυμμένο το μαχαίρι;

Το μόνο σίγουρο με τις δολοφονίες είναι ότι κάποιος κατάφερε να σκοτώσει τρία άτομα στην ακτή της λίμνης Bodom. Είτε ήταν άντρας, γυναίκα, ομάδα, ή κάτι με λαμπερά κόκκινα μάτια, φαίνεται ότι έχει γλυτώσει.

από: mental floss

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου