Τετάρτη, 22 Σεπτεμβρίου 2021

Όταν δεν υπήρχαν τα διαζύγια, οι Άγγλοι διέλυαν τους γάμους με την μπύρα

Χαρακτικό του 1797 που λέγεται ότι είναι εμπνευσμένο από μια πραγματική πώληση συζύγου στο Λονδίνο εκείνη τη χρονιά. Ένας άνδρας φέρεται να πήγε τη σύζυγό του στην αγορά Smithfield, την έδεσε σε ένα κιγκλίδωμα και την πούλησε για μια γκινέα (παλιό βρετανικό νόμισμα), μαζί με "είκοσι λίρες και μισή πέννα", σε έναν ανθοπωλείο του Paddington.
 
Η πρακτική της "πώλησης συζύγων" δεν ήταν νόμιμη, αλλά ένα ποτό σήμαινε την ελευθερία από μια σχέση που είχε χαλάσει.
 
 
 
Στις 2 Ιουνίου του 1828, στην παμπ George and Dragon στο Τόνμπριτζ της Αγγλίας, ο John Savage πλήρωσε στον George Skinner ένα σελίνι και ένα ποτήρι μπύρας για τη σύζυγό του, Mary. Ο George παρήγγειλε την μπύρα του και ο John έφυγε κρατώντας από το χέρι τη Mary για να ξεκινήσουν τη νέα τους ζωή μαζί.

Δεν ήταν μια ασυνήθιστη σκηνή. Καθ' όλη τη διάρκεια του 18ου και 19ου αιώνα, οι Αγγλίδες "πουλιόντουσαν" με διάφορα ανταλλάγματα, με τις τιμές να ποικίλουν -"από και ένα τέταρτο ρούμι" μέχρι "σαράντα [βρετανικές] λίρες και ένα δείπνο", ανέφερε το 1887 η North-Eastern Daily Gazette.

Μισό γαλόνι ήταν η συνολική τιμή πώλησης για την 26χρονη κυρία Wells, που αγοράστηκε από έναν κύριο Clayton το 1876, όπως αναφέρει η The Sheffield Daily Telegraph. Ο Clayton πλησίασε τον σύζυγο, δήλωσε την αγάπη του για τη γυναίκα του και τον ρώτησε αν θα μπορούσε να την παντρευτεί. Ο Wells ανασήκωσε τους ώμους -τα τελευταία δύο χρόνια, η σύζυγός του ζούσε με τον Clayton και δεν τον ένοιαζε τι έκανε πια. Είπε στον Clayton ότι θα μπορούσε να την έχει "για τίποτα" (εννοώντας χωρίς αντάλλαγμα), αλλά ο Clayton επέμεινε να του πει την τιμή -δεν την ήθελε "τόσο φθηνά". Ο Wells απάντησε ότι ήθελε μισό γαλόνι (τέσσερις πίντες) μπύρας και οι τρεις τους πήγαν στην παμπ. Αφού αγόρασε την μπύρα του στον Wells, ο Clayton προσφέρθηκε να υιοθετήσει την κόρη τους -η σύζυγος μάλλον ήταν δεμένη μαζί της- και όταν ο κος Wells δέχτηκε, ο Clayton του αγόρασε άλλη μια πίντα. Η κυρία Wells ήταν τόσο ευχαριστημένη που αγόρασε επιπλέον μισό γαλόνι μπύρας, την οποία ήπιαν και οι τρεις μαζί.

"Οι πωλήσεις [συζύγων] γινόντουσαν σε πανδοχεία, τα ποτήρια για την επικύρωση άδειαζαν με μεγάλες γουλιές και το αντίτιμο ήταν συχνά αλκοόλ", έγραψε ο ιστορικός Samuel Pyeatt Menefee. "Σε πολλές περιπτώσεις το ποτό φαίνεται να έπαιξε εξαιρετικά μεγάλο ρόλο, συχνά χρησιμεύοντας ως η συνολική τιμή αγοράς". Το 1832, κάποιος Walter πούλησε τη σύζυγό του στην αγορά Cranbook στο Κεντ για ένα ποτήρι τζιν, μία πίντα μπύρα και τον οκτάχρονο γιο του. Άλλες πωλήσεις είναι γνωστό ότι έγιναν με ρούμι, μπράντι, ουίσκι, μηλίτη, σπιτικό δείπνο και έναν σκύλο από τη Νέα Γη. Όταν εμπλέκονταν χρήματα, δεν ήταν πολλά, ακόμη και για τα πρότυπα της εποχής. Το 1825, για παράδειγμα, μια γυναίκα στο Γιορκσάιρ πουλήθηκε για μια λίρα και ένα σελίνι, ενώ μια άλλη στο Σόμερσετ για δύο λίρες και πέντε σελίνια -την στιγμή που ένα πτώμα πουλήθηκε σε ιατρική σχολή για τέσσερις λίρες και τέσσερα σελίνια. Αυτό δεν σημαίνει ότι η σύζυγος ήταν ένα άχρηστο εμπόρευμα για διαπραγμάτευση, αλλά ότι η πώληση ήταν περισσότερο μια τυπική παρά μια επιχειρηματική κίνηση. Η μπύρα ήταν το πιο κοινό "νόμισμα".
 
Η πρακτική της πώλησης συζύγων απαθανατίστηκε σε χαρακτικά-ακόμη και τραγούδια.
 
Οι πωλήσεις με ποτό είχαν να κάνουν περισσότερο με την έλλειψη επιλογών διαζυγίου παρά με την απύθμενη αγάπη για το ποτό. Το 1857, το βρετανικό κοινοβούλιο θέσπισε τον Matrimonial Causes Act, έναν νόμο για τον γάμο, ο οποίος επέτρεπε τα διαζύγια αλλά υπό ορισμένες συνθήκες. Οι σύζυγοι μπορούσαν να λάβουν διαζύγιο αν είχαν αποδείξεις για την απιστία της γυναίκας τους, ενώ οι γυναίκες είχαν το πρόσθετο βάρος να αποδείξουν αιμομιξία ή υβριστική συμπεριφορά. Πριν από αυτόν τον νόμο, υπήρχαν ακόμη λιγότερες επιλογές για τον τερματισμό ενός γάμου στην Αγγλία. Όταν κάποιος σύζυγος ήθελε να χωρίσει μπορούσε να κάνει αναφορά στην εκκλησία ή την κυβέρνηση για μια απόφαση, ή να εγκαταλείψει την σύζυγό του. Τα ζευγάρια της μεσαίας τάξης μπορεί να επέλεγαν τον ιδιωτικό χωρισμό, ο οποίος συχνά περιελάμβανε μια πράξη που όριζε ότι ο πρώην σύζυγος θα συνέχιζε να δίνει χρήματα στην πρώην σύζυγό του, διαφορετικά, η εγκατάλειψη συχνά άφηνε τις γυναίκες φτωχές.

Φαινομενικά, ο νόμος του 1857 για τους γάμους αντιμετώπισε αυτό το πρόβλημα, αλλά ήταν ακόμα πολύ ακριβό για την πλειοψηφία. Για πολλά δυστυχισμένα ζευγάρια, η πώληση των συζύγων θεωρήθηκε ως ένας εύκολος δρόμος για διαζύγιο, σε μια εποχή που ο νόμιμος χωρισμός ήταν συχνά απρόσιτος. "Η πρακτική στην Αγγλία δεν ήταν στην πραγματικότητα πώληση, αλλά ένα είδος συνηθισμένου διαζυγίου συν ένας νέος γάμος, κατά τον οποίο, μια σύζυγος που διέπραξε μοιχεία χώριζε από τον σύζυγό της και δινόταν στον εραστή της", λέει ο Matthew H. Sommer. Ο επίσημος χωρισμός είχε κόστος περίπου 40 με 60 λίρες σε μια εποχή που οι νοσοκόμες κέρδιζαν 17 λίρες το χρόνο. Αυτή η ρύθμιση ωφέλησε και τα δύο μέρη, η σύζυγος βγήκε από έναν άθλιο γάμο, ο νέος σύζυγος απέκτησε σύντροφο και ο πρώην έκανε κεφάλι από το ποτό.

Εκείνη την εποχή, το αλκοόλ επέτρεπε κάθε είδους προσφορές. Άνθρωποι σε διάφορους τομείς -εργάτες, αγρότες και άλλοι- έκλειναν συμβόλαια με μια χειραψία και μια πίντα μπύρα, "για να βρέξουν το δρεπάνι και να πιουν για επιτυχία της συγκομιδής", έγραψε ο Menefee. "Σε τέτοιες τελετουργίες, τονίζεται η σύνδεση του αλκοόλ με την αλλαγή της κατάστασης και κυρίως με ένα συμβόλαιο".

Και όντως, η διαδικασία θεωρήθηκε δεσμευτική. "Η μεγάλη πλειοψηφία εκείνων που συμμετείχαν στην πώληση συζύγων φαίνεται να μην είχαν καμία αμφιβολία ότι αυτό που έκαναν ήταν νόμιμο, και μάλιστα παρείχαν νόμιμα δικαιώματα και εξαιρέσεις", ανέφερε το The Law Quarterly Review το 1929. "Δεν μπορούσαν να συνειδητοποιήσουν ότι η συναλλαγή ήταν απολύτως άκυρη, ούτε καν ότι ήταν ένα πραγματικό έγκλημα που τους έκανε κατηγορούμενους σε συνωμοσία για μοιχεία".

Η 25χρονη Betsy Wardle πήρε το μάθημά της με τον δύσκολο τρόπο. Το 1882, ο σύζυγός της την πούλησε στον αγαπημένο της, George Chisnall, για μια πίντα μπύρα. Το ζευγάρι παντρεύτηκε, αλλά η Betsy σύντομα κατηγορήθηκε για διγαμία, συνελήφθη και οδηγήθηκε στο Liverpool Crown Court για να δικαστεί. Όταν η σπιτονοικοκυρά της Betsy, η Alice Rosely, πήρε τη θέση της ως μάρτυρας, είπε στον δικαστή ότι γνώριζε την πώληση, αλλά πίστευε ότι ήταν νόμιμο να στεγάσει το ζευγάρι. "Μην το ξανακάνεις αυτό", την προειδοποίησε ο δικαστής Denman. "Οι άντρες δεν έχουν κανένα δικαίωμα να πουλήσουν τις συζύγους τους για ένα τέταρτο μπύρας ή για οτιδήποτε άλλο". Η Betsy καταδίκασε σε μια εβδομάδα σκληρής εργασίας.
 
Γαλλικό χαρακτικό διακωμωδεί την αγγλική πρακτική

Σήμερα, όλα φαίνονται τρομερά μισογυνίστικα. Ο Menefee ανέφερε ότι ορισμένες πωλήσεις βασίστηκαν σε παράπονα -όπως ότι η σύζυγος ήταν στείρα, ή για την "γκρίνια" της- υποδηλώνοντας ότι κάποιος σύζυγος ήθελε μια νεότερη ή πιο υποτακτική σύντροφο. Μερικές από τις εικόνες της εποχής είναι σκληρές. Σε σατιρικά κινούμενα σχέδια της εποχής, οι σύζυγοι έδειχναν να πουλάνε τις γυναίκες τους στο πολυάσχολο Smithfield Market του Λονδίνου με καπίστρι -όπως έκαναν με τα ζώα- ή κορδέλες που θα τους έδεναν με τον νέο τους "ιδιοκτήτη". Μερικά από αυτά βασίστηκαν σε πραγματικά γεγονότα.

Όμως, παρά τις σεξιστικές αποχρώσεις, συχνά, οι γυναίκες συμμετείχαν στη διαδικασία. Στο βιβλίο του ο ιστορικός Edward Thompson αναφέρει ότι οι πωλήσεις εγκρίνονταν συχνά από τις γυναίκες, αναφέροντας ότι από τις 218 πωλήσεις συζύγων που είχε αναλύσει μεταξύ 1760 και 1880, 40 ήταν περιπτώσεις όπου οι γυναίκες "πουλήθηκαν" στους εραστές τους, και μόνο τέσσερις καταγράφηκαν ως μη συναινετικές. Ο ίδιος σημείωσε ότι η συγκατάθεση ήταν μερικές φορές αναγκαστική, ή η καλύτερη από μια σειρά επιλογών, όπως συνέβη το 1820, όταν μια γυναίκα δήλωσε ότι ο σύζυγός της "την κακομεταχειριζόταν τόσο συχνά, που αναγκάστηκε να υποταχθεί στην έκθεση [του τελετουργικού] για να τον ξεφορτωθεί" -ωστόσο, πρόσθεσε ο Thompson, η σύζυγος ζούσε με τον αγοραστή για δύο χρόνια πριν από την πώληση. Επίσης, οι γυναίκες μπορούσαν να ασκήσουν βέτο στον αγοραστή. Ο Menefee σημειώνει ότι πολλοί από τους αγοραστές είχαν "πιο αμειβόμενες, κοινωνικού κύρους θέσεις" από τους πωλητές, υποδηλώνοντας ότι η άνοδος στην κοινωνία μπορεί να έπαιξε ρόλο.

Αν και πολλές αναφορές δείχνουν ότι η πώληση συζύγων συνήθως λειτούργησε αρκετά καλά για τις γυναίκες, σπάνια ακούγονται στις ιστορικές αναφορές, οι οποίες σταματούν γύρω στο 1905. Οι περισσότερες αφηγήσεις λέγονται από την οπτική των ανδρών. Φυσικά, δεν ήταν πανάκεια για όλα τα προβλήματα που αντιμετώπιζαν οι γυναίκες της εποχής, παντρεμένες ή μη. Για όσες όμως συμμετείχαν σε μια πώληση, μπορεί να ήταν μια αρχή.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου