Τετάρτη, 2 Οκτωβρίου 2019

Οι Οθωμανοί σουλτάνοι που ανατρέφονταν σε "κλουβιά"

Γενική άποψη του Τοπ Καπί από τον Βόσπορο - πηγή

Το ανάκτορο Τοπ Καπί βρίσκεται στην καρδιά της Κωνσταντινούπολης και είναι ορατό από όλο τον Βόσπορο. Πρόκειται για ένα τεράστιο συγκρότημα, χτισμένο σε λόφο που επιβλέπει τον Βόσπορο και ήταν η ακρόπολη του αρχαίου Βυζαντίου και που λειτούργησε ως επίσημη κατοικία των σουλτάνων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας από τα μέσα του 15ου αιώνα μέχρι την κατασκευή του παλατιού Ντολμά Μπαχτσέ.



Ένα μεγάλο μέρος του ήταν αφιερωμένο στο αυτοκρατορικό χαρέμι όπου ζούσαν οι γυναίκες της αυτοκρατορικής οικογένειας, συμπεριλαμβανομένης της μητέρας του σουλτάνου, των συζύγων και των παλλακίδων του, των παιδιών του και των υπαλλήλων που τους προσέλαβαν.

Συνδεδεμένες με το χαρέμι, αλλά πίσω από ένα ψηλό τοίχο, ήταν οι αίθουσες των Οθωμανών πριγκίπων. Πρόκειται για ένα μονώροφο, ψηλοτάβανο κτήριο, όμορφα διακοσμημένο στο εσωτερικό με πλακάκια και με χαλιά στο πάτωμα. Τα παράθυρα είναι στολισμένα με βιτρό και βλέπουν έξω από την βεράντα στον κήπο μιας λίμνης. Παρά το μεγαλείο του, αυτό το κτίριο είχε έναν σκοτεινό σκοπό. Ήταν μια φυλακή, που είχε ως σκοπό να κρατήσει όλους τους πιθανούς διάδοχους του θρόνου κλειδωμένους, ώστε να μην μπορούν ποτέ να αμφισβητήσουν τον σουλτάνο. Αυτά τα δωμάτια ήταν γνωστά ως kafes, που στην κυριολεξία σημαίνει "κλουβί".

Το kafes εξωτερικά - πηγή

Αυτή η σκληρή πρακτική επινοήθηκε στις αρχές του 17ου αιώνα για να αντικαταστήσει μια ακόμα πιο βάρβαρη παράδοση. Από τις πρώτες ημέρες της οθωμανικής αυτοκρατορίας ήταν σύνηθες για έναν νέο σουλτάνο να σκοτώνει τους αδελφούς του, ακόμη και αν ήταν ακόμη βρέφη που θήλαζαν. Όπως και σε πολλές ισλαμικές δυναστείες, οι Οθωμανοί ασκούσαν τον "κανόνα της υπεροχής", όπου η κληρονομιά πήγαινε από αδελφό σε αδελφό και όχι από τον πατέρα στον γιο. Έτσι, όλοι οι άντρες μιας παλαιότερης γενιάς έπρεπε να εξαντληθούν πριν η εξουσία περάσει στον μεγαλύτερο της επόμενης γενιάς. Αυτό οδήγησε πολλούς στο να συνωμοτήσουν εναντίον των ίδιων τους των αδελφών, οδηγώντας σε εξεγέρσεις, πολέμους, ακόμη και σε δολοφονίες.

Ο Μωάμεθ Β', Φατίχ Σουλτάν Μεχμέτ στα τούρκικα -ο γνωστός Πορθητής-, που κατέκτησε την Κωνσταντινούπολη το 1453, ήταν ο πρώτος που μετέτρεψε αυτή την πρακτική θανάτου σε νόμο, υπαγορεύοντας ότι "για την τάξη του κόσμου" όποιος καταφέρει να καταλάβει το θρόνο μετά το θάνατο του παλαιού σουλτάνου πρέπει να σκοτώσει τους αδελφούς του και τυχόν ενοχλητικούς θείους και ξαδέλφους ώστε να μειώσει τη δυνατότητα μιας μελλοντικής εξέγερσης και εμφυλίου πολέμου. Τα επόμενα 150 χρόνια, ο νόμος του Μωάμεθ είχε ως αποτέλεσμα το θάνατο τουλάχιστον 80 μελών της Οθωμανικής Δυναστείας -ή Οίκος του Οσμάν ή των Οσμανιδών ή Οσμανίδες. Λόγω αυτού του νόμου, το πιο βίαιο επεισόδιο αδελφοκτονίας στην ιστορία της αυτοκρατορίας έλαβε χώρα στις αρχές του 17ου αιώνα, όταν ο πρόσφατα ανακηρυγμένος σουλτάνος Μωάμεθ Γ' στραγγάλισε και τα 19 αδέρφια του -αλλά και τις 12 έγκυες οδαλίσκες (παρθένα σκλάβα σε ένα σαράι) του πατέρα του- με ένα μεταξωτό κορδόνι.


Ίσως, αυτό το βίαιο επεισόδιο προκάλεσε την αλλαγή στην καρδιά του γιου του, Αχμέτ Α', ο οποίος αρνήθηκε να σκοτώσει τον αδελφό του με νοητική υστέρηση (όπως θεωρήθηκε), Μουσταφά Α', όταν έγινε σουλτάνος. Αντ' αυτού, ο Μουσταφά Α' τέθηκε υπό κατ' οίκον περιορισμό στο Τοπ Καπί και έτσι "γεννήθηκε" το "κλουβί".

Οι Οθωμανοί συνειδητοποίησαν ότι έχοντας περιορισμένους τους κληρονόμους, κάπου που δε θα μπορούν να προκαλέσουν προβλήματα, ήταν πολύ καλύτερα από το να τους σκοτώσουν, ειδικά αν ο σουλτάνος πέθαινε ξαφνικά και άτεκνος, οπότε απειλούνταν η συνέχιση της οθωμανικής δυναστείας. Στην αυτή την περίπτωση, ο επόμενος μεγαλύτερος κληρονόμος έβγαινε από το κλουβί και ανέβαινε στο θρόνο. Ένας πρίγκιπας μεταφέρονταν στο κλουβί ήδη από την ηλικία των 8 και παρέμενε εκεί μέχρι να πεθάνει από γηρατειά ή να ανέβει στο θρόνο. Η πόρτα του κλουβιού φυλάσσονταν όλες τις ώρες της ημέρας, αλλά οι πρίγκιπες απολάμβαναν έναν βαθμό ελευθερίας. Είχαν πρόσβαση σε δασκάλους και τους επιτρεπόταν να έχουν παλλακίδες, παρόλο που δεν τους επιτρεπόταν να παντρευτούν ή να αποκτήσουν παιδιά.


Τα χρόνια της απομόνωσης έκαναν πολλούς από αυτούς τόσο αποτρόπαιους που ήταν ανίκανοι να ασκήσουν τα καθήκοντά τους σαν σουλτάνοι όταν ερχόταν η ώρα. Ο Μουράτ Δ', ο οποίος ανέβηκε στο θρόνο το 1623 μετά το θάνατο του Μουσταφά Α', κυβέρνησε με σιδερένια γροθιά, έμεινε γνωστός για τη βιαιότητα του χαρακτήρα και των μεθόδων του, καθώς και για την απόπειρα αποκατάστασης του κύρους της σουλτανικής εξουσίας. Απαγόρευσε την κατανάλωση καφέ και τη χρήση ναρκωτικών ουσιών όπως το αλκοόλ και ο καπνός. Όποιος συλλαμβανόταν να αψηφά την απαγόρευση, χτυπιόταν αγρίως. Οι κατ' εξακολούθηση παραβάτες εκτελούνταν με πνιγμό στον Βόσπορο. Λέγεται ότι, τις νύχτες, ο ίδιος ο Μουράτ Δ' περιπλανιόνταν στους δρόμους και τις ταβέρνες της Κωνσταντινούπολης, ντυμένος σαν όργανο αστυνόμευσης και επιβολής του νόμου. Αν έβλεπε κάποιον να πίνει καφέ ή να καπνίζει, αποκαλύπτονταν επί τόπου και αποκεφάλιζε ο ίδιος τον δράστη. Μερικές φορές, ο Μουράτ Δ' καθόταν σε ένα κιόσκι κοντά στο νερό κοντά στο σαράι του και έριχνε βέλη σε οποιονδήποτε περαστικό ή βάρκα πλησίαζε πολύ κοντά στο αυτοκρατορικό συγκρότημα. Συχνά, τα μεσάνυχτα, έβγαινε στα κρυφά από τα διαμερίσματά του και έτρεχε ξυπόλητος στους δρόμους και σκότωνε με το σπαθί του όποιον συναντούσε.

Ακόμη ένα τραγικό θύμα του συστήματος του κλουβιού ήταν ο Ιμπραήμ Α' ή Τρελός Ιμπραήμ (Deli Ibrahim). Ο Ιμπραήμ έζησε 22 χρόνια στο κλουβί, υπό τον συνεχή φόβο ότι θα είχε την ίδια μοίρα με τους δολοφονημένους αδελφούς του. Μετά το θάνατο του σουλτάνου, όταν του ζητήθηκε να αναλάβει τον θρόνο, ο Ιμπραήμ πίστεψε ότι ο αδελφός του ζούσε και του έστηνε πλεκτάνη. Για να πειστεί, έπρεπε να τον βγάλει από το κλουβί η μητέρα του και να του δείξει το νεκρό σώμα του σουλτάνου. Η βασιλεία των 8 χρόνων του Ιμπραήμ χαρακτηρίστηκε από αχαλίνωτη λαγνεία και παρακμή, επιτρέποντας στους βεζίρηδές του να κυβερνούν στο όνομά του (όπως και η μητέρα του). Πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του επιδιδόμενος στο σεξ, με πολλές ιδιοτροπίες στα προκαταρκτικά. Σύμφωνα με έναν Μολδαβό στρατιωτικό και πολιτικό, ο Ιμπραήμ συνήθιζε να μαζεύει τις παλλακίδες του στον κήπο, γυμνές. Στη συνέχεια, χλιμιντρίζοντας σαν άλογο, κάλπαζε μεταξύ τους. Κάποια άλλη στιγμή, ο Ιμπραήμ είδε τα οπίσθια μιας αγελάδας και ερεθίστηκε τόσο πολύ που απαίτησε να γίνει ένα χρυσό καλούπι με τα οπίσθιά της, το οποίο και έστειλε στην αυτοκρατορία με τις οδηγίες να βρεθεί η γυναίκα της οποίας τα οπίσθια ταιριάζουν με το καλούπι. Παρά την σεξουαλική του όρεξη, κάποια στιγμή, οργισμένος διέταξε να εκτελεστούν όλες οι παλλακίδες του -κάποιοι λένε ότι ήταν 280- δια πνιγμού στον Βόσπορο.


Η δυσμενής επίδραση της ζωής στην απομόνωση είναι καλά τεκμηριωμένη. Όταν το 1687, ο Σουλεϊμάν Β' ανέβηκε στο θρόνο, μετά από 36 χρόνια στο κλουβί, είπε τη στιγμή της απελευθέρωσής του, "Αν διατάχθηκε ο θάνατός μου, πείτε το... Από την παιδική μου ηλικία, έχω υποστεί 40 χρόνια φυλακή. Είναι καλύτερα να πεθάνεις μία φορά, από το να πεθαίνεις κάθε μέρα. Τι τρόμο αντέχουμε για μια μόνο ανάσα".

Ο τελευταίος Οθωμανός σουλτάνος, ο Μωάμεθ ΣΤ' ή Μεχμέτ Βαχιντεντίν, ήταν ηλικίας 56 ετών όταν ανήλθε στο θρόνο -από το 1918 ως το 1922-, έχοντας περάσει σχεδόν ολόκληρη την ζωή του είτε στο χαρέμι, είτε στο κλουβί. Περιορίστηκε εκεί από τον θείο του Αμπντούλ Αζίζ και παρέμεινε εκεί κατά τη διάρκεια της βασιλείας των τριών μεγαλύτερων αδελφών του. Ήταν ο μακροβιότερος και τελευταίος περιορισμός ενός σουλτάνου από τους προκατόχους του. Βασίλευσε μέχρι τη διάλυση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας μετά από την ήττα της στον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο.

από: amusing planet

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου