Τετάρτη, 29 Μαΐου 2019

Ο Τζον Ντι Ποντ και ο φόνος του Ντέιβ Σουλτζ: Η αληθινή ιστορία πίσω από το "Foxcatcher"

Η αφίσα της ταινίας Foxcatcher - πηγή

Ο δισεκατομμυριούχος Τζον ντι Ποντ ήταν εκκεντρικός, αλλά ο Ντέιβ Σουλτζ δεν περίμενε ποτέ ότι θα μπορούσε να είναι και δολοφόνος.



Στις 26 Ιανουαρίου του 1996, ο Ντέιβ Σουλτζ (Dave Schultz), ένας από τους πιο καταξιωμένους Ολυμπιονίκες παλαιστές των ΗΠΑ, δολοφονήθηκε εν ψυχρώ από τον Τζον ντι Ποντ (John du Pont), τον κληρονόμο μιας από τις μεγαλύτερες περιουσίες της χώρας. Η ταινία Foxcatcher, που κέρδισε Όσκαρ το 2014, δεν απείχε πολύ από την αληθινή ιστορία.

Ο ντι Ποντ είχε τα πάντα ως κληρονόμος της οικογένειας ντι Ποντ, μια από τις πλουσιότερες οικογένειες των ΗΠΑ, και είχε κερδίσει το κοινό δωρίζοντας πάνω από 3 εκατομμύρια δολάρια στην αμερικανική πάλη. Διηύθυνε ένα από τα κορυφαία κέντρα εκπαίδευσης πάλης στον κόσμο –ένα κέντρο που, υπό την ηγεσία του χρυσού Ολυμπιονίκης Ντέιβ Σουλτζ, δημιούργησε πρωταθλητές που ο κόσμος δεν είχε δει ποτέ ξανά πριν.

Αλλά ο ντι Ποντ κατέστρεψε τα πάντα τραβώντας μια σκανδάλη -και κανείς δεν κατάλαβε το γιατί.

Ο κληρονόμος

Ο Τζον ντι Ποντ - πηγή

Ο Τζον Ελευθέριος ντι Ποντ, όπως είναι το πλήρες όνομά του, γεννήθηκε στις 22 Νοεμβρίου του 1938 και ήταν το τελευταίο από τα τέσσερα παιδιά της οικογένειας ντι Ποντ και κληρονόμος της τεράστιας περιουσίας τους, την οποία απέκτησαν από την αυτοκρατορία χημικών προϊόντων Du Pont που συντηρούσαν. Η οικογένειά του έτρεφε καθαρόαιμα άλογα στο αγρόκτημά τους στο Newtown Square της Πενσυλβανίας, όπου ένας νέος ντι Ποντ περιπλανιόταν και παρατηρούσε τα πουλιά και την άγρια φύση -ένα μικρό καταφύγιο από μια απομονωμένη παιδική ηλικία.

Μέσα στο αρχοντικό του, ο ντι Ποντ ήταν ένα απίστευτα μοναχικό παιδί. Ο πατέρας του ήταν σπάνια στο σπίτι και τα αδέλφια του, που ήταν πολύ μεγαλύτερα του, μόλις που θυμόταν ότι ζούσε. Ο μόνος φίλος που πίστευε ότι είχε, ήταν ο γιος του οδηγού του –αν και με τον καιρό, θα ανακάλυπτε ότι η μητέρα του είχε πληρώσει το αγόρι για να προσποιείται ότι τον συμπαθούσε. Αυτό δεν βοήθησε, έμφυτα, ο ντι Ποντ ήταν -το λιγότερο- εκκεντρικός.

Αργότερα απέκτησε διδακτορικό δίπλωμα στις φυσικές επιστήμες και ίδρυσε το Μουσείο Φυσικής Ιστορίας του Ντέλαγουερ (Delaware Museum of Natural History). Ακόμα απελπισμένος όμως για μια αίσθηση αξίας στη ζωή του, ο ντι Ποντ στράφηκε στην πάλη. Είχε δοκιμάσει και άλλα αθλήματα, όπως το κολύμπι και το πεντάθλο, για το οποίο κέρδισε μέχρι και θέση στην Ολυμπιακή ομάδα του 1976.

Όμως, είχε χάσει και τους δύο όρχεις του μετά από τραυματισμό με ένα άλογο ιππασίας και τα αθλήματα επαφής, όπως η πάλη, δεν του επέτρεψαν να αναπτυχθεί. Επίσης, ο τραυματισμός του ίσως επιδείνωσε την ανασφάλειά του και την ανάγκη για να αποζημιωθεί. Ανεξαρτήτως, ή ίσως εν μέρει εξαιτίας αυτού, ο ντι Ποντ ήθελε να συμμετάσχει στον αθλητισμό.

Το 1985, άνοιξε ένα κέντρο εκπαίδευσης 1.300 τετ χλμ στην ιδιοκτησία της οικογένειάς του, που μετονόμασε σε Foxcatcher Farms. Άρχισε να ασχολείται με τον αθλητισμό και δώρισε πάνω από 3 εκατομμύρια δολάρια στην αμερικανική πάλη, την εθνική επιτροπή του αθλήματος.

Ο ντι Ποντ είχε μάθει να είναι απελπισμένος για έγκριση και να ανήκει κάπου. Ήταν αποφασισμένος να χτίσει μια ομάδα ολυμπιονικών. Η κοινότητα της πάλης χαιρέτισε τη γενναιοδωρία του με ανοιχτές αγκάλες.

Ομάδα Foxcatcher

Αριστερά ο Ντέιβ Σουλτζ και δεξιά ο Τζον ντι Ποντ

Ο Ντέιβ Σουλτζ ήταν η δεύτερη επιλογή του ντι Ποντ για την Team Foxcatcher. Αρχικά, είχε προσλάβει τον αδερφό του Ντέιβ, τον Μαρκ -επίσης χρυσός ολυμπιονίκης της πάλης στην κατηγορία του- για να εκπαιδεύσει την Foxcatcher Team. Όμως, ο Μαρκ δεν άργησε να απογοητευτεί από τον τρόπο που του συνμπεριφερόταν ο ντι Ποντ -σαν ένα παιχνίδι που είχε αγοράσει με μισθό 70.000 δολαρίων.

"Ήμασταν τα νέα του τρόπαια", θυμάται ο Μαρκ.

"Αν δεν ήθελες να εμφανιστείς στον τοίχο του, σε απειλούσε ότι θα σε καταστρέψει". - Μαρκ Σουλτζ

Ο Μαρκ ισχυρίζεται ότι σκόπιμα έχασε τον ολυμπιακό αγώνα του ώστε να μη δώσει τη χαρά της νίκης στον ντι Ποντ. Το 1990, ο ντι Ποντ αντικατέστησε τον Μαρκ με τον αδερφό του, Ντέιβ.

Ο Μαρκ και ο Ντέιβ ήταν τα μοναδικά δύο αδέρφια στην αθλητική ιστορία που κέρδισαν μετάλλια αγώνων ελευθέρας πάλης στους Ολυμπιακούς Αγώνες το 1984 και το Παγκόσμιο Πρωτάθλημα -ο Ντέιβ το 1983 και ο Μαρκ το 1985. Μάλιστα, είχαν τιμηθεί από τον τότε πρόεδρο των ΗΠΑ, Ρόναλντ Ρέιγκαν.

Ο Ντέιβ ήταν επτά φορές παγκόσμιος πρωταθλητής και ολυμπιονίκης και ένας συμπαθητικός τύπος για να γίνει η αρχή.

"Κανείς άλλος δεν τον νοιαζόταν τόσο όσο ο Ντέιβ. Ήταν πρεσβευτής του αθλήματος, ο ένας και μοναδικός και κάποιος που πολλοί αποκαλούσαν 'φίλο'", δήλωσε ο Κέβιν Τζάκσον (Kevin Jackson), παγκόσμιος πρωταθλητής και ολυμπιονίκης, που εκπαιδεύτηκε στο Foxcatcher από το 1990 έως το 1995.

Έχοντας πρόβλημα δυσλεξίας, ο Ντέιβ είχε μάθει στα πειράγματα. Ίσως γι' αυτό ένιωθε συμπόνια για τον εκκεντρικό ντι Ποντ, για τον οποίο συμφώνησε να εργαστεί παρά το ό,τι ο αδελφός του του είχε πει για τις δυσκολίες τις συνεργασίας.

"Αν δεν υπήρχε ο Ντέιβ στο Foxcatcher, κανένας άλλος δεν θα είχε πάει. Ήταν ένας μύθος, ένας από τους καλύτερους παλαιστές του κόσμου εκείνη τη στιγμή", λέει ο Τζάκσον. Πράγματι, με την πάροδο των χρόνων, ο ντι Ποντ είχε γίνει όλο και πιο δύσκολος στο να δουλέψει κάποιος μαζί του.

Το πέρασμα στην τρέλα

Τα αδέρφια Σουλζτ, αριστερά ο Ντέιβ και δεξιά ο Μαρκ

Ο Ντέιβ αποδείχθηκε θεόσταλτος για την Foxcatcher Farm. Κυρίως όμως, ήταν ο μόνος που μπορούσε να χειριστεί τον ντι Ποντ. Όταν ο Τζον έχασε τη μητέρα του το 1988, his sanity started to crumble. Life at Foxcatcher Farm became a living hell.

Ο ντι Ποντ επέμενε ότι μπορούσε να δει χαρακτήρες της Disney να κρύβονται στην ιδιοκτησία του ή δέντρα να ξεριζώνονται από μόνα τους και να τριγυρνάν στο κτήμα. Πυροβόλησε ένα κοπάδι από χήνες επειδή πίστευε ότι χρησιμοποιούσαν μαύρη μαγεία εναντίον του και αφαίρεσε όλους τους διαδρόμους όταν πείστηκε ότι γυρίζουν τον χρόνο πίσω. Μίσθωσε εταιρίες ασφαλείας για να ελέγξουν τα πατώματα και τους τοίχους για μυστικές σήραγγες για τους κρυμμένους εισβολείς που ήταν σίγουρος ότι τον κατασκόπευαν κάθε στιγμή. Υποτίθεται ότι ήταν υπό την επήρεια κοκαΐνης και αλκοόλ για πολλά από αυτά.

Οι αυταπάτες του προπονητή επηρέασαν τις ζωές των παλαιστών. Έδιωξε τον Κέβον Τζάκσον και δύο ακόμη παλαιστές, δηλώνοντας ότι η Foxcatcher ήταν πλέον μια οργάνωση "KKK" και ότι δεν επιτρέπονταν μαύροι παλαιστές. Μάλιστα, απείλησε με πολυβόλο τον παλαιστή Dan Chaid.

Όπως ανέφερε ο Chaid:

"Έκανα προπόνηση στο δωμάτιο με τα βάρη. Ο ντι Ποντ μπήκε μέσα και τράβηξε όπλο εναντίον μου και μου είπε 'Μην παίζεις μαζί μου, θέλω να φύγεις από το αγρόκτημα' πολύ επιθετικά. Μπορούσα να καταλάβω ότι δεν ήταν στα καλά του. Κινήθηκα εναντίον του τόσο όσο ώστε να κάνει πίσω. Μετά έφυγε.

Το ανέφερα στην τοπική αστυνομία. Την επόμενη ημέρα πήγα στο τοπικό δικαστήριο, το ανέφερα, και μετά στο δικαστήριο της κομητείας. Σίγουρα κόντευε στο να κάνει κάτι που θα έβλαπτε κάποιον
".

Ο φόνος του Ντέιβ

Ο ντι Ποντ ενώ εξασκείται στη σκοποβολή

Σύμφωνα με έναν φίλο του Ντέιβ, τον Mike Gostigian, ο Ντέιβ ήταν ο μοναδικός που μπορούσε να χειριστεί τον ντι Ποντ:

"Ο Ντέιβ ήταν ο κοντινότερος στον Τζον. Ήταν μια κατευναστική επιρροή, ένας έμπιστος. Αλλά ο Ντέιβ δεν ήταν οσφυοκάμπτης. Αν ο Τζον έλεγε ότι κάτι έβγαινε από τον τοίχο, ο Ντέιβ έλεγε ότι τίποτα δεν έβγαινε. Νομίζω ότι είχαν καταλάβει κάποιες αυταπάτες τον Τζον για τον Ντέιβ".

Ο Gostigian πίστευε ότι γι' αυτό το λόγο τον σκότωσε ο ντι Ποντ -αλλά η αλήθεια είναι ότι κανείς δεν ξέρει γιατί το έκανε. Το μόνο που είναι σίγουρο είναι ότι στις 26 Ιανουαρίου του 1996, στις 2:00 μ.μ., ο Τζον ντι Ποντ άρπαξε ένα 44αρι magnum και διέταξε τον υπεύθυνο ασφαλείας του, Patrick Goodale, να τον πάει στο σπίτι του Ντέιβ Σουλτζ.

Τα τελευταία λόγια του Ντέιβ ήταν "Γεια σου αφεντικό!", φιλικά και χαμογελώντας.

Ο ντι Ποντ του απάντησε σημαδεύοντάς τον στο κεφάλι και ουρλιάζοντας, "Έχεις κάποιο πρόβλημα μαζί μου;". Τότε, τον πυροβόλησε και τον σκότωσε.

Η ενστικτώδης αντίδραση του Goodale ήταν να βγει από το αυτοκίνητο και να δει τον Ντέιβ. Στη συνέχεια, έβγαλε ένα μικρό πιστόλι από μια θήκη που ήταν κρυμμένη στον αστράγαλο του και σημάδεψε τον ντι Ποντ. Εκείνος όμως, έφυγε και κλείστηκε στην έπαυλή του, όπου κανείς δεν μπορούσε να τον αγγίξει.

Όταν η Άμεσος Δράση ρώτησε γιατί ο ντι Ποντ έκανε κάτι τέτοιο, η σύζυγος του Ντέιβ απάντησε απλώς, "Επειδή είναι τρελός!".

Για δύο ημέρες, 70 αστυνομικοί και μια ολόκληρη ομάδα μελών της SWAT πολιορκούσαν στο σπίτι του ντι Ποντ. Δοκίμασαν οτιδήποτε μπορούσαν ώστε να βγάλουν έναν λογικό άνθρωπο από το σπίτι του -αλλά, στο τέλος, το μόνο που έπρεπε να κάνουν ήταν να κλείσουν τη ζέστη. Μόλις ο ντι Ποντ κρύωσε, παραδόθηκε.

Η δίκη και η καταδίκη

Ο ντι Ποντ τον Φεβρουάριο του 1997 - πηγή

Τα θύματα δικαιώθηκαν -αλλά με το φοβερό κόστος της δημοσιότητας που ακολούθησε. Ο δικηγόρος του ντι Ποντ προσπάθησε να κατηγορήσει τον Patrick Goodale για τα πάντα. Τον κατηγόρησε ότι χρησιμοποιούσε τον ντι Ποντ για να του παίρνει χρήματα και τάιζε την παρανοϊκή σχιζοφρένειά του μέχρι που έγινε δολοφόνος, ρίχνοντας συνεχώς λάσπη στο όνομα του.

Ο αδελφός του Ντέιβ πέρασε τη δική του προσωπική αγωνία όταν η ταινία Foxcatcher βγήκε στις αίθουσες. Στην ταινία, υπάρχει έντονο το υπονοούμενο ότι αυτός και ο δολοφόνος του αδελφού του είχαν ομοφυλοφιλική σχέση και, όταν είδε την τελική μορφή της ταινίας, εξερράγη αναφέροντας ότι δε θα καθόταν με σταυρωμένα χέρια. Με τον καιρό, ο Μαρκ ηρέμησε, αλλά η ζημιά είχε γίνει. Μέχρι τότε, οι Washington Times είχαν ήδη γράψει ένα άρθρο που ανέφερε ότι "ο ντι Ποντ και ο Μαρκ Σουλτζ φημολογούνταν ότι είναι εραστές", παίρνοντας την ιστορία από την ταινία, και ο Μαρκ φοβήθηκε ότι είχε παγιωθεί για πάντα στο μυαλό του κοινού ότι ήταν εραστής του ανθρώπου που σκότωσε τον αδερφό του.

Όμως, οι ένορκοι είδαν τι ήταν ο ντι Ποντ. Απέρριψαν την ένστασή του για "αθωότητα λόγω παραφροσύνης" και τον καταδίκασαν σε φυλάκιση. Πέθανε το 2010, σε ηλικία 72 ετών, πίσω από τα κάγκελα.

Στον κινηματογράφο
Το 2014 προβλήθηκε η αμερικανική δραματική, βιογραφική ταινία Foxcatcher. Την ταινία σκηνοθέτησε ο Μπένετ Μίλερ και το σενάριο έγραψαν οι Ε. Μαξ Φράι και Νταν Φούτερμαν. Πρωταγωνιστούν οι Στιβ Καρέλ, Τσάνινγκ Τέιτουμ, Μαρκ Ράφαλο και Βανέσα Ρεντγκρέιβ.
Η ταινία συμμετείχε στο διαγωνιστικό τμήμα του Φεστιβάλ των Καννών το 2014 όπου έλαβε υποψηφιότητα για το Χρυσό Φοίνικα και βραβεύτηκε με το Βραβείο Σκηνοθεσίας. Έλαβε εξαιρετικά σχόλια από τους κριτικούς με τους περισσότερους να επαινούν τη σκηνοθεσία και τις ερμηνείες των πρωταγωνιστών. Η ταινία έλαβε πέντε υποψηφιότητες για Όσκαρ και τρεις υποψηφιότητες για Χρυσή Σφαίρα στις κατηγορίες Καλύτερη Ταινία - Δράμα, Α' και Β' Ανδρικού Ρόλου για τις ερμηνείες των Καρέλ και Ράφαλο αντίστοιχα.

από: ati

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου