Παρασκευή, 24 Ιανουαρίου 2020

Εξερευνώντας το ανοργάνωτο αρχείο ενός θρύλου του κινηματογράφου

Καρούλια με φιλμ από την Cinémathèque Française (Γαλλική Κινηµατοθήκη), στο φρούριο του νομού Υβελίν (Yvelines) στην Γαλλία

Ο Ανρί Λανγκλουά (Henri Langlois) έσωσε χιλιάδες σπάνια καρούλια ταινιών, αλλά ήταν "ευρέως γνωστός κακός" στο να τα φροντίζει.



Το 2014, μια αρχειοφύλακας στο Cinémathèque Française του Παρισιού άνοιξε ένα κουτί με την ετικέτα "Sherlock Holmes". Μέσα του, βρήκε τρία διαφορετικά φιλμ. Ένα από αυτά αποδείχθηκε ότι ήταν ένας χαμένος θησαυρός: μια αμερικανική ταινία του βωβού κινηματογράφου από τα τέλη του 19ου αιώνα με πρωταγωνιστή τον William Gilette, ο οποίος είχε υποδυθεί τον Χολμς επί τρεις δεκαετίες. Είχαν απομείνει μερικές αφίσες της ταινίας και έγινε θρύλος ανάμεσα στους φανατικούς του Σέρλοκ, αλλά δεν ήταν γνωστό ότι είχαν σωθεί αντίγραφα.

Τον επόμενο χρόνο, η Κινηματοθήκη, σε συνεργασία με το Φεστιβάλ Βωβού Κινηματογράφου του Σαν Φρανσίσκο, αποκατέστησε το φιλμ και το κυκλοφόρησε σε DVD.

Τέτοιες ανακαλύψεις συμβαίνουν από το 1992 που το προσωπικό της Κινηματοθήκης ξεκίνησε μια διαδικασία επανακαταγραφής της συλλογής της. Λόγω του ότι τα παλιά φιλμ μπορεί να καταστραφούν με την πάροδο του χρόνου, ειδικά σε άσχημες συνθήκες συντήρησης, το προσωπικό ανοίγει κάθε κιβώτιο και δοχείο, επιβεβαιώνει το περιεχόμενό του και σημειώνει την κατάστασή του.

"Νομίζω ότι ίσως τελειώσουμε σε 10 χρόνια", δήλωσε τον Ιούνιο του 2019 η επικεφαλής συντήρησης Céline Ruivo, 27 χρόνια μετά την έναρξη του έργου.

Οι Edward Fielding, William Gilette και Marjorie Kay στον Sherlock Holmes (1916)

Η Cinémathèque Française, το μεγαλύτερο οπτικοακουστικό αρχείο, ξεκίνησε κάτω από το κρεβάτι ενός πολύ ενθουσιώδους Γάλλου κινηματογραφιστή, τον Ανρί Λανγκλουά.

Στα μέσα της δεκαετίας του 1930, καθώς οι ταινίες με ήχο έγιναν πιο δημοφιλείς, ο Λανγκλουά άρχισε να αποκτάει -θα μπορούσε κανείς να πει, να σώζει- ταινίες του βωβού κινηματογράφου.

Ακόμη και στις περιόδους ακμής των κινηματογραφικών ταινιών, συχνά, μετά από την προβολή τους στις αίθουσες πετούσαν τα καρούλια. Με μικρή εμπορική αξία, έλιωναν αυτά τα καρούλια για τα συστατικά τους και γινόντουσαν από χτένες μέχρι και βερνίκια νυχιών.

Μέχρι τη στιγμή που ο νεαρός Λανγκλουά απέκτησε την πρώτη του ταινία -την γερμανική ταινία τρόμου The Cabinet of Dr. Caligari-, σχεδόν όλοι οι κινηματογράφοι του Παρισιού είχαν εξοπλιστεί με ήχο. Η καταστροφή των ταινιών του βωβού κινηματόγραφου επιταχύνθηκε, προς απογοήτευση του Λανγκλουά και άλλων φίλων του είδους.

Οι Conrad Veidt και Lil Dagover στο The Cabinet of Dr. Caligari

Αμέσως και παράλληλα σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες, τις ΗΠΑ και την Αυστραλία, εμφανίστηκαν τα πρώτα κινήματα διατήρησης ταινιών. Σημαντικά πρώιμα αρχεία σχηματίστηκαν από το Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης της Νέας Υόρκης (MoMA) στις ΗΠΑ και από το Βρετανικό Ινστιτούτο Κινηματογράφου (British Film Institute, BFI) στο Ηνωμένο Βασίλειο.

Στην Γαλλία, ο Λανγκλουά και οι φίλοι του ανέλαβαν το έργο της διάσωσης καρουλιών από εγκαταστάσεις ανακύκλωσης, εταιρίες διανομής, ακόμη και από υπαίθριες αγορές. Σύντομα, στοίβες του εξαιρετικά εύφλεκτου νιτρικού άλατος του φιλμ γέμισαν το διαμέρισμα των γονιών του. Το 1936, ο Λανγκλουά και ο Georges Franju ίδρυσαν την La Cinémathèque Française ώστε να συνεχίσουν να σώζουν ταινίες και να συνεχίσουν την προβολή τους.

Κατά τη διάρκεια της Γερμανικής Κατοχής στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, ο Λανγκλουά συνέχισε τις προσπάθειες ευκαιριακά, λαμβάνοντας χρηματοδότηση από τη συνεργαζόμενη με τους Ναζί κυβέρνηση του Βισύ, ενώ παράλληλα υπονόμευε την γερμανική λογοκρισία.

Η κυβέρνηση του Βισύ χορήγησε στην Κινηματοθήκη ένα χώρο σε ένα κτίριο που ήταν κοινό με το Γενικό Επιμελητήριο Εβραϊκών Υποθέσεων, το οποίο επόπτευε την εφαρμογή των αντισημιτικών πολιτικών του καθεστώτος Βισύ. Ο Λανγκλουά χρησιμοποίησε τις σχέσεις του για να προστατεύσει και να αυξήσει τη συλλογή του. Όταν ένας αξιωματικός των Ες Ες ζήτησε μια ταινία στρατιωτικής ιστορίας, εκείνος την αντάλλαξε με την ταινία του 1930, The Blue Angel (Γαλάζιος Άγγελος), με την Μάρλεν Ντίτριχ.

Οι Ντίτριχ και ο Εμίλ Γιάνινγκς στην ταινία The Blue Angel (1930)

Μέχρι το 1942, οι Γερμανοί είχαν απαγορεύσει βρετανικές και αμερικάνικες ταινίες, ενώ είχαν φτιάξει και μια λίστα με γαλλικές που θεωρούσαν ότι είχαν ανατρεπτικά, αντιγερμανικά μηνύματα. Ο Λανγκλουά άρχισε να κρύβει ταινίες που οι Γερμανοί ήθελαν να καταστρέψουν και άρχισε να στέλνει λαθραία πολλές στο εξωτερικό. Κατόπιν αιτήματος του, οι σύμμαχοί του έκρυψαν ταινίες στα σπίτια και στους κήπους τους. Η συνεργάτιδά του, Εβραιο-Γερμανίδα μετανάστης και ιστορικός του κινηματογράφου Λότε Χ. Άισνερ (Lotte Eisner), έκρυβε ταινίες, συμπεριλαμβανομένου του "Ο Μεγάλος Δικτάτωρ" (The Great Dictator) του Τσάρλι Τσάπλιν, στα μπουντρούμια ενός πύργου στην Ελεύθερη Ζώνη της νότιας Γαλλίας.

Στο Παρίσι, ο Λανγκλουά διοργάνωνε μυστικές προβολές, μεταξύ άλλων και σοβιετικών και αμερικανικών ταινιών που οι Γερμανοί είχαν απαγορεύσει, στο θέατρο της Κινηματοθήκης που στεγαζόταν στο μουσείο Musee de l'Homme. Ο τότε φοιτητής μηχανικής Jean Rouch έγραψε ότι "Σε αυτό το άδειο Παρίσι της γερμανικής κατοχής, το 1940-41, το Musee de l'Homme ήταν η μόνη ανοιχτή πόρτα στον υπόλοιπο κόσμο". Αργότερα, ο Rouch έγινε κινηματογραφιστής.

Μετά από τον πόλεμο, ο Λανκλουά πραγματοποίησε μαραθώνιες προβολές. Ανάμεσα στους συμμετέχοντες υπήρχαν σκηνοθέτες -όπως ο Ζαν-Λυκ Γκοντάρ, σκηνοθέτη του "Με κομμένη την ανάσα", και του Φρανσουά Τρυφώ, δημιουργού του "Τα 400 χτυπήματα"- οι οποίοι αργότερα θα δημιουργούσαν το είδος του Νουβέλ Βαγκ.

Ο Λανγκλουά είχε απίστευτη επιρροή στη μεταπολεμική γενιά των κινηματογραφιστών, οι οποίοι παρακολουθούσαν τη μια ταινία μετά την άλλη στο Cinémathèque Française.

Ο ιδρυτής της Cinémathèque Française, Λανκλουά

Ο Λανγκλουά έγινε θρύλος, επισκιάζοντας τους όμοιούς του και συνεργάτες του. Φαινόταν να εργάζεται αδιάκοπα. Συχνά, εμφανιζόταν στα μέσα μαζικής ενημέρωσης ως ένας χαρισματικός και απεριποίητος οραματιστής.

Σε ένα προφίλ του το 1971 στο περιοδικό LIFE, ο Rudolph Chelminski έγραψε για την "παμφάγα όρεξη" του συλλέκτη. "Συλλέγει τα πάντα, απολύτως τα πάντα. Αν κάποιος του προσφέρει μια εκπαιδευτική ταινία για την τοποθέτηση τούβλων, ευχαρίστως θα την πάρει και θα την βάλει σε κάποιο από τα αναρίθμητα υπόγεια που κρατάει τους θησαυρούς του, όπως κάποιοι κάνουν με σπάνια κρασιά", έγραψε.

Ωστόσο, οι φιλοδοξίες του Λανγκλουά για την Cinémathèque ερχόταν συχνά σε αντίθεση με το στυλ αυτοσχεδιασμού που είχε. Με λίγους πόρους, περιορίστηκε στο να αποκαθιστά ο ίδιος τις ταινίες, να οργανώνει προβολές και στη δημιουργία ενός μουσείου κινηματογραφικών έργων τέχνης.

Για δεκαετίες, η Cinémathèquee δεν είχε κανέναν ολοκληρωμένο κατάλογο. Πολλά εύθραυστα καρούλια είχαν αποθηκευτεί σε συνθήκες που επιταχύνουν τη φθορά τους. Μια ζεστή ημέρα του Ιουλίου του 1959, 5.000 ταινίες αυτού του εύφλεκτου υλικού, εκτέθηκαν κάτω από έναν γυάλινο θόλο περιμένοντας τη μεταφορά τους, έπιασαν φωτιά και καταστράφηκαν ολοσχερώς.

Οι μέθοδοί του ήταν περίφημα κακές. Στην πραγματικότητα, δεν ήταν αρχειοφύλακας. Όπως αναφέρει η σημερινή συντηρήτρια της Cinémathèque, Ruivo, "Οι διαδικασίες δεν ελήφθησαν επαρκώς υπόψη. Κυρίως λόγω έλλειψης μέσων".

Το 1968, το συμβούλιο της Cinémathèque, με την υποστήριξη του τότε Γάλλου υπουργού Πολιτισμού, ο οποίος είχε συγκρουστεί με τον Λανγκλουά για την αποδιοργάνωση των αρχείων, τον απομάκρυνε από την κορυφή του ιδρύματος. Σκηνοθέτες της Νουβέλ Βαγκ διαμαρτυρήθηκαν στους δρόμους και τελικά ο Λανγκλουά αποκαταστάθηκε. Το 1974, λίγα χρόνια πριν από τον θάνατό του το 1977, έλαβε ένα Τιμητικό Όσκαρ για τις προσπάθειές του.

Σήμερα, τουλάχιστον οργανωτικά, λέει η Ruivo, "η Cinémathèque του Λανγκλουά δεν υπάρχει".

Ο Λανγκλουά με το Τιμητικό Όσκαρ του, με τους Τζιν Κέλι και Jack Valenti, στην 46η Τελετή Απονομής των Όσκαρ το 1974

Μετά από απώλειες λόγω μιας άλλης πυρκαγιάς το 1997, η κυβέρνηση επένδυσε στην αποκατάσταση του ιδρύματος. Η βιβλιοθήκη, το μουσείο και οι αίθουσες προβολής μεταφέρθηκαν σε ένα κτίριο στο ανατολικό Παρίσι. Το ίδρυμα σήμερα κατέχει πάνω από 44.000 ταινίες, όπως και έγγραφα και αναμνηστικά, κοστούμια και μια αρκετά μεγάλη συλλογή από vintage κάμερες. Προς το παρόν, 10.000 ταινίες βρίσκονται στο πέτρινο Fort de Saint-Cyr έξω από το Παρίσι, άλλες βρίσκονται στο αρχείο του Centre National du Cinéma (CNC), ενώ σχεδιάζεται μια νέα εγκατάσταση ώστε να ενωθεί ολόκληρο το αρχείο.

Η Ruivo διαχειρίζεται πλέον μια ομάδα αρχειοφυλάκων. Πολλές φορές, βγάζουν μια ταινία από ένα κιβώτιο με έναν εντελώς διαφορετικό τίτλο και έχουν την απορία αν ήταν λάθος του Λανγκλουά ή έγινε σκόπιμα ώστε να την προστατέψει από τους Γερμανούς.

από: atlas obscura

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου